BREAK ON THROUGH TO THE OTHER SIDE

Monday, October 16, 2006

UNCONSCIOUSNESS
Η Δανάη άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά με βήμα αργό και σταθερό, σαν να εκτελούσε τις αυστηρά καθορισμένες κινήσεις κάποιου παράξενου τελετουργικού. Φορούσε ένα στενό μαύρο φόρεμα που την έκανε να μοιάζει αέρινη. Φορούσε γυαλιά ηλίου για να καλύπτει τα πρησμένα της μάτια ενώ δάκρυα κυλούσαν αδιάκοπα στα μάγουλά της. Δίπλα της ήταν ο Γρηγόρης που με αξιοζήλευτη ψυχραιμία την κρατούσε από το μπράτσο. Κάθε λίγο και λιγάκι της ψιθύριζε διάφορα για να την παρηγορήσει, χωρίς κανένα αποτέλεσμα όμως. Είχαν πλησιάσει στην είσοδο. Τα τηλεοπτικά συνεργεία είχαν καταφθάσει αρκετή ώρα πριν…


***


«Πώς σου φαίνονται οι στίχοι;», ρώτησε με μια ανεπιτυχώς κρυμμένη νότα αγωνίας στη βραχνή φωνή του ο Αλέξανδρος.
«Μ’ αυτά που γράφεις φιλαράκι νομίζω ότι πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε το όνομα του συγκροτήματος!», είπε με ενθουσιασμό ο Γιάννης.
Ο Γιάννης από μικρό παιδί είχε δύο κολλήματα: το ροκ και τον «ήχο ιερής έκστασης» όπως συνήθιζε να αποκαλεί τον ήχο που παρήγαγαν τα κρουστά. Έτσι έμαθε ντραμς με το όνειρο να γίνει μια μέρα ο ντράμερ ενός ροκ γκρουπ. Μέχρι στιγμής ήταν ένας εικοσάρης που παρέδιδε πίτσες με το μηχανάκι του.
Το κουδούνι χτύπησε και ο Αλέξανδρος πήγε να ανοίξει Μέσα μπήκαν ο παιδικός και κολλητός φίλος του, ο Γρηγόρης και το τέταρτο μέλος της παρέας, ο Ιάσονας.
«Πού το έκρυβε τόσο ταλέντο το κωλόπαιδο ρε σεις;», είπε στους άλλους δύο ο Γιάννης, φανερά ενθουσιασμένος, κρατώντας ακόμα στα χέρια του τα γραπτά του Αλέξανδρου.
«Εμείς σου το λέγαμε αλλά μας έλεγες υπερβολικούς», δήλωσε με ένα διάπλατο χαμόγελο ο Ιάσονας.
Το βράδυ πέρασε με ελπιδοφόρα σχέδια για το μέλλον τους, με φωνές και γέλια. Στο μεταξύ, στην παρέα τους είχε προστεθεί κι η Δανάη, μια κοπέλα που είχε γνωρίσει πριν πέντε μέρες ο Αλέξανδρος σε ένα πάρτι. Καθώς διηγιόταν στους φίλους του πώς βρέθηκαν μαζί ξαφνικά σταμάτησε και άρχισε να κοιτάζει στο κενό. Σκέφτηκε τη στιγμή που φευγαλέα αντίκρισε τα μάτια της Δανάης για πρώτη φορά, στο χρώμα του ζαφειριού και τα μαλλιά της στο χρώμα της φωτιάς. Αναλογίστηκε την έλλειψη συναίσθησης των όσων συνέβαιναν στο περιβάλλον εκείνη την ώρα, μια έλλειψη συναίσθησης που πλησίαζε στη λιποθυμία, και αναφώνησε: «Το όνομα του συγκροτήματος θα είναι Unconsciousness».

Οι Unconsciousness δεν ήταν προσγειωμένοι. Ήταν ένα κουαρτέτο εικοσάρηδων που ήθελαν να κατακτήσουν τον κόσμο με τη μουσική τους, να κάνουν την Ελλάδα χώρα του ροκ. Και τα κατάφεραν, έτσι απλά.
Το 2001 κυκλοφόρησε το πρώτο τους CD με τίτλο «Μια απαλή παρέλαση» και έγινε χρυσό ενώ το 2002 το άλμπουμ τους «Παράξενες ημέρες» έγινε διπλά πλατινένιο. Η νέα γενιά δεν ήταν πλέον η «νεολαία του σκυλάδικου» όπως είθισται στην Ελλάδα, αλλά η «νεολαία του ροκ».
Ο Αλέξανδρος ήταν εκτός από εξαιρετικός τραγουδιστής με έντονη ροκ, βραχνή χροιά, και ο άνθρωπος που οι στίχοι του μάγευαν το κοινό. Το χέρι του έγραφε αυτά που υπαγόρευε η φαντασία. Έπλαθε εικόνες που σε μετέφεραν σε έννοιες και σε βάθη ανεξερεύνητα της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Ο Γιάννης έπαιζε ντραμς, ο Ιάσονας πλήκτρα και ο Γρηγόρης έγραφε την εκστατική μουσική του γκρουπ που της έδινε μια αριστοτεχνική τρέλα μέσα από τους ήχους της ηλεκτρικής κιθάρας του.
Ο Αλέξανδρος ήταν το απόλυτο sex symbol και οι Unconsciousness ήταν στην κορυφή.


***


Η εκκλησία ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Μπροστά στο γεμάτο με φωτογραφίες και λουλούδια φέρετρο ήταν η Δανάη που έκλαιγε με αναφιλητά. Το ίδιο και ο Ιάσονας, το ίδιο και ο Γιάννης. Μόνο ο Γρηγόρης με μάτια καθαρά κι ασάλευτα επιχειρούσε να καταπραΰνει τον πόνο στις καρδιές των φίλων του.
Στην ταφή το κλάμα μετατράπηκε σε κραυγές. Εκεί κάποιοι αποχαιρέτησαν τον καλύτερο τους φίλο, κάποιοι το μουσικό τους ίνδαλμα, κάποια τον έρωτα της ζωής της και κάποιος άλλος δεν είπε τίποτα και ανέκφραστα πέταξε ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο στο λάκκο του κολλητού του…


***


Πριν τρεις μήνες είχε μπει το 2007. Η Δανάη κι ο Αλέξανδρος συζούσαν σε μια μονοκατοικία κάπου στην Καστέλα. Η πορεία του συγκροτήματος ήταν λαμπρή. Πέντε ακόμα δισκογραφικές δουλειές είχαν βγει στην κυκλοφορία και έκαναν θραύση. Οι συναυλίες τους γέμιζαν χώρους που έφταναν τα 800000 άτομα. Κάπου εκεί άρχισε να απλώνει απειλητικά τα πλοκάμια της πάνω στον Αλέξανδρο η κατάθλιψη. Είχε αρχίσει να πίνει περισσότερο από το συνηθισμένο και να δοκιμάζει διάφορα κοκτέιλ παραισθησιογόνων. Έτσι προσπαθούσε να βρει διέξοδο αλλά και στιχουργική έμπνευση που ένιωθε να τον εγκαταλείπει. Μόνο στο Γρηγόρη έλεγε για τους βαθύτερους προβληματισμούς του και τις υπαρξιακές ανησυχίες του. Μια φορά μόνο λύθηκε και άρχισε να ξετυλίγει το νήμα των εσώψυχών του παρουσία όλων των Unconsciousness και της Δανάης.
«Τα σιχάθηκα όλα», έλεγε. «Ωραία η δόξα, ωραίο το χρήμα και η αναγνώριση αλλά ως εδώ. Τα νιώθω στο πετσί μου να με κυριεύουν και να με κάνουν ένα ανώριμο υποχείριό τους. Πώς αλλάζουμε τη φιλοσοφία των ανθρώπων όταν πέφτουμε στις ελκυστικές παγίδες του υλισμού; Εγώ, τι μήνυμα περνάω; Αισθάνομαι σαν να λέω στα έφηβα κοριτσάκια να με θαυμάζουν γιατί φαντασιώνονται το πουλί μου και όχι γιατί είμαι καλός τραγουδιστής και περνάω αυτό που θέλω να περάσω μέσα από τους στίχους μου. Κάνω κακό σε όλους χωρίς να το καταλαβαίνουν και πιο πολύ από όλους σε μένα. Θα λυτρωθώ όμως από αυτό το μαρτύριο και σύντομα μάλιστα».
Μια βδομάδα αργότερα ο Αλέξανδρος έβγαινε φουριόζος από το σπίτι του Γρηγόρη. Είχαν μια πολύ έντονη κουβέντα γεμάτη με διαφωνίες και βρισιές. Τελικά ο Γρηγόρης υποχώρησε καταλαβαίνοντας ότι δε θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στην απόφαση του αδελφικού του φίλου και υποσχέθηκε να μη μιλήσει ποτέ και σε κανέναν για αυτή τη συζήτηση.
Το επόμενο μεσημέρι και ενώ ο Αλέξανδρος είχε εξαφανιστεί, βρέθηκε το αυτοκίνητό του στη θάλασσα, στο τέλος ενός απότομου γκρεμού. Το πτώμα που είχε παρασυρθεί από τα μανιασμένα κύματα όπως είπαν οι αρχές, δε βρέθηκε. Στο ύψωμα, πάνω από το γκρεμό ανακαλύφθηκε ένα χειρόγραφο σημείωμά του κάτω από μια βαριά πέτρα.
«Ξέρω το λάθος, το γνώριζα», έγραφε, «και δεν έκανα τίποτα, αυτός είναι ο Πόνος. Όλα μια φυλακή που δημιουργούμε και είτε μένουμε σε αυτή, είτε όχι, πονάμε. Είναι το αδιέξοδο που μας κάνει να πονάμε. Είναι οι ελεύθερες επιλογές που μας οδηγούν στα αδιέξοδα, είναι η ελευθερία βούλησης που μας κάνει και πονάμε. Ποτέ δεν αλλάζω. Όλα ψεύτικα. Ποτέ για τίποτα δεν υπάρχει θεραπεία, ποτέ δεν υπάρχει μετάνοια και πραγματικές αλλαγές. Μένει η υποκρισία, αυτή οδηγεί στον Πόνο, τον παραλογισμό, το Τέλος. Γι ’αυτό σας αφήνω, καλή τύχη»


***


Μια ώρα μετά τον καφέ, ο Γρηγόρης έφτασε στο σπίτι του. Έπλυνε τα χέρια του και κάθισε στον καναπέ. Άναψε ένα τσιγάρο και έβαλε να ακούσει ένα από τα CD των Unconsciousness. Το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει. Έπιασε το ακουστικό και απάντησε. Η βραχνή φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής, κάπου στο Περού μίλησε.
«Λοιπόν φιλαράκι, πώς ήταν η κηδεία μου;».

Sunday, October 08, 2006

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΒΛΕΨΙΑ, ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΛΑ ΚΡΥΜΜΕΝΗ, ΤΡΑΓΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ
Στο κόμμα μας, πραγματοποιούμε αυτό που υποσχόμαστε.
Μόνο οι ανόητοι θα μπορούσαν να πιστέψουν ότι
δεν αγωνιζόμαστε κατά της διαφθοράς.
Διότι, ένα είναι βέβαιο για μας:
Η τιμιότητα και η διαφάνεια είναι προϋπόθεση για να πετύχουμε τουυς στόχους μας.
Αποδεικνύουμε ότι πλανάται όποιος πιστεύει πως
οι μαφιόζοι θα συνεχίσουν να μετέχουν στην κυβέρνηση όπως στο παρελθόν.
Διασφαλίζουμε, χωρίς ίχνος αμφιβολίας, ότι
η κοινωνική δικαιοσύνη θα είναι ο κύριος σκοπός της διακυβέρνησής μας.
Παρά ταύτα, υπάρχουν ακόμα ανόητοι άνθρωποι που πιστεύουν πως
θα είναι δυνατόν να εξακολουθεί κανείς να κυβερνά
με παλαιοπολιτικά τερτίπια.
Όταν αναλάβουμε την εξουσία, θα κάνουμε το παν ώστε
να τεθεί τέρμα στις προνομιακές καταστάσεις και την ευνοιοκρατία
δεν θα επιτρέψουμε σε καμία περίπτωση
να πεθάνουν της πείνας τα παιδιά μας.
Θα πραγματοποιήσουμε τα σχέδιά μας ακόμα και
να στερέψουν πλήρως οι οικονομικοί πόροι
θα ασκήσουμε την εξουσία ώσπου
θα έχετε καταλάβει ότι από δω και πέρα
είμαστε η "ΝΕ.ΠΟ", η "ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ".
ΜΕΧΡΙ ΕΔΩ ΟΛΑ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑ, ΚΛΑΣΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ. Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΟΜΩΣ ΔΕ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΜΑΤΙΑ. ΑΝ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΚΡΥΦΑ ΚΑΙ ΕΙΛΙΚΡΙΝΗ ΝΟΗΜΑΤΑ ΞΑΝΑΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ, ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ ΑΠΟ ΚΑΤΩ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΑΝΩ ΑΡΧΙΖΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΓΡΑΜΜΗ ΚΑΙ ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΓΡΑΜΜΗ - ΓΡΑΜΜΗ ΩΣ ΤΗΝ ΑΡΧΗ.
P.S. TO KEIMENO EINAI ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ

Sunday, October 01, 2006


Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΤΗΣ ΡΟΚ



Ο James Douglas Morrison γεννήθηκε στη Φλόριντα στις 8 του Δεκέμβρη του 1943. Οι γονείς του Στηβ και Κλάρα άλλαζαν συνεχώς τόπο διαμονής λόγω της δουλειάς του πατέρα του Τζιμ, ήταν αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού των ΗΠΑ.
Κατά τα παιδικά κι εφηβικά του χρόνια ήταν ένα αγόρι που βωμολοχούσε διαρκώς, έφερνε τους άλλους σε δύσκολη θέση και δεν είχε καθόλου καλή σχέση με τους γονείς του αφού η συμπεριφορά του και το μακρύ μαλλί που άφησε στην πορεία, θεωρούνταν ανεπίτρεπτα. Ήταν ένα χαρισματικό παιδί, με μεγάλη ευφυΐα (150 IQ) που είχε πάθος με τη φιλοσοφία και την ποίηση. Τα βιβλία δεν τα διάβαζε, τα καταβρόχθιζε: Ρεμπό, Μπλέηκ, Κέρουακ, Κοκτό, Μολιέρο, Μπαλζάκ και είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο Νίτσε. Κάπου τότε άρχισε να γράφει ποίηση.
Το 1964 γράφτηκε στο πανεπιστήμιο UCLA, στο Los Angeles όπου και πήρε μαθήματα κινηματογράφου. Η μεγαλύτερη του αγάπη μετά την ποίηση του ήταν το σινεμά. Χαρακτηριστικά είχε πει: «Ενδιαφέρομαι για τον κινηματογράφο γιατί για μένα αντιπροσωπεύει μια μορφή τέχνης που πλησιάζει όσο καμιά άλλη την φυσική πραγματική ροή της συνείδησης, τόσο στα όνειρα όσο και στην καθημερινή μας αντίληψη του κόσμου».
Στη σχολή γνωρίζει τον Ρέη Μαντζάρεκ που τότε έπαιζε μουσική σε ένα συγκρότημα με το όνομα «Rick and the Ravens» και οι δυο τους αποφασίζουν να φτιάξουν ένα ροκ συγκρότημα. Ο Ρέη του γνωρίζει τον Τζον Ντένσμορ και τον Ρόμπυ Κρήγκερ που τους ήξερε από κάτι μαθήματα διαλογισμού. Ο Τζιμ αποφασίζει να ονομαστεί το γκρουπ τους «The Doors» από το βιβλίο του Άλντους Χάξλεϋ “The Doors of perception”, οι πόρτες της αντίληψης. «Όταν οι πόρτες τις αντίληψης εξαφανιστούν τότε τα πράγματα θα φανούν όπως ακριβώς είναι, απέραντα». Ο Μόρισον ήθελε να είναι «η πόρτα μεταξύ γνωστού και αγνώστου».
Οι Πόρτες άρχισαν να παίζουν σε διάφορα μαγαζιά αποκτώντας σιγά σιγά το κοινό τους. Τον Ιανουάριο του 1967 κυκλοφορεί το πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο THE DOORS που τους κάνει γνωστούς σε όλη την Αμερική. Στις συναυλίες που ακολούθησαν συνωστίζονταν χιλιάδες κόσμου για να απολαύσουν τους μυστηριακούς στίχους του Τζιμ, τις δημιουργικές μουσικές συνθέσεις του Ρέη και τον αριστοτεχνικό τρόπο που χτυπούσε τα πλήκτρα, τη δεξιοτεχνική τρέλα που έβγαινε από την ηλεκτρική κιθάρα του Ρόμπυ και τους εκστατικούς ήχους από τα κρουστά του Τζον.
Η γυναίκα της ζωής του Τζιμ ήταν η Πάμελα Κούρσον. Βέβαια αυτό δεν τον εμπόδιζε να είναι το υπόδειγμα της πολυγαμίας. Το 1970 μάλιστα παντρεύτηκε μια δημοσιογράφο με μια τελετή μαγείας Wicca μιας αρχέγονης θρησκείας που πιστεύεται ότι είναι υπόλειμμα της πανάρχαιας παγκόσμιας θρησκείας. Για αυτήν την κοπέλα αλλά και για μερικές άλλες ήταν ο υπεύθυνος για την εγκυμοσύνη τους. Παρόλα αυτά η Παμ ήταν αυτή που αποκαλούσε συχνά «κοσμική του σύντροφο» και που τις είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος των ποιημάτων του.
Ο Τζιμ κάπνιζε μεγάλες ποσότητες μαριχουάνας, έπαιρνε LSD και έπινε αλκοόλ σε υπερφυσικό βαθμό επί καθημερινής βάσεως. Βρισκόταν κυριολεκτικά σε μια διαρκή μέθη, ακόμα και στις συναυλίες του όπου πάντα προκαλούσε με τη συμπεριφορά του. Το αποκορύφωμα ήταν σε μια συναυλία στο Μαϊάμι όταν είπε στο κοινό να πιάσει ο καθένας το διπλανό του και να γαμηθούνε, έκανε πως έπαιρνε πίπα από την κιθάρα του Ρόμπυ και έκανε μίμηση αυνανισμού όπου και λέγεται, χωρίς ποτέ να αποδείχθηκε, ότι έβγαλε έξω τα γεννητικά του όργανα. Γι αυτή τη συναυλία καταδικάστηκε σε φυλάκιση, με τους Doors όμως να πληρώνουν 50000$ ως εγγύηση για να βγει.
***

Κάπου εδώ πρέπει να διευκρινίσω ότι δεν είμαι τόσο Μορισονικός όσο Ντορσικός. Χωρίς όμως τον Τζιμ και το φιλοσοφικό πνεύμα που αποτυπωνόταν στους στίχους του δε θα αγαπούσα τους Doors. Ο Τζιμ ήταν ένας ποιητής που επιζητούσε την αλλαγή, που ήθελε να είναι μια διαρκώς εξελίξιμη επαναστατική μορφή. Οι στίχοι του είναι γεμάτοι σκληρές και σουρεαλιστικές εικόνες θανάτου, απόγνωσης κι απελευθέρωσης. Είχε μανία με τα άκρα και δοκίμαζε τους άλλους για να δει μέχρι πού ήταν διατεθειμένοι να τον ακολουθήσουν. Επιζητούσε το σπάσιμο των αλυσίδων που κρατούν δέσμιο το μυαλό και δεν το αφήνουν να δει έναν κόσμο χωρίς ελέγχους και συμβατικά σύνορα. Γι’ αυτό προέτρεπε να «ανοίξεις το δρόμο για την άλλη πλευρά». Εκείνος πίστευε ότι η διέξοδος για αυτό ήταν ο θάνατος αλλά δεν ήταν ποτέ σε τροχιά θανάτου αλλά σε αναζήτηση της αιώνιας, απέραντης ευτυχίας. Στο αυτοβιογραφικό του σημείωμα για το άλμπουμ L.A. WOMAΝ έγραφε: «Δεν είμαι τρελός, με ενδιαφέρει η ελευθερία». Έπαιρνε παραισθησιογόνα για να βγει από το σώμα του ή να έρθει σε μια κατάσταση έκστασης σαν άλλος Διονυσιακός οπαδός ή Ινδιάνος Δάσκαλος, σαν γνήσιος Σαμάνος. Ένα άλλο στοιχείο της ποίησης του είναι οι εικόνες των ερπετών και της ερήμου. «Δεν πρέπει να ξεχνάμε», έλεγε, «πως η σαύρα και το φίδι ταυτίζονται με το ασυνείδητο και τις δυνάμεις του κακού. Υπάρχει κάτι βαθιά στην ανθρώπινη μνήμη που αντιδρά δυνατά στα φίδια. Νομίζω ότι τα φίδια αντιπροσωπεύουν όσα φοβόμαστε».

***

Ο Τζιμ είχε κουραστεί και ήταν λυπημένος από τη εικόνα του ροκ σταρ που περνούσε στον κόσμο. Αρχικά του άρεσε αλλά τώρα συνειδητοποιούσε πως ήθελε να αντιμετωπίζεται σαν ποιητής και όχι σαν σύμβολο του sex για τις γκρούπις. Έτσι, καθώς η καριέρα του ήταν στην κορύφωση της δόξας, έχοντας στο ενεργητικό του ιδιαιτέρως πετυχημένα άλμπουμ (THE DOORS, STRANGE DAYS, WAITING FOR THE SUN, THE SOFT PARADE, MORRISON HOTEL, ABSOLUTELY LIVE, 13, L.A. WOMAN), το 1971 μετακομίζει στο Παρίσι μαζί με την Παμ για να φύγει μακριά από τη δημοσιότητα και να αφοσιωθεί στη ποίησή του. Όταν στις 5 Ιουλίου του ’71 μαθεύτηκε πως ο Τζιμ βρέθηκε νεκρός μέσα στη μπανιέρα του από ανακοπή, ο Μπίλι Σίντονς, φίλος του και συνεργάτης των Doors έσπευσε στο Παρίσι. Εκεί παραστάθηκε στην κηδεία του Τζιμ μαζί με άλλα τέσσερα άτομα. Δεν είδε ποτέ το σώμα του φίλου του ούτε και έγινε αυτοψία. Οι στενοί φίλοι του επιμένουν πως μια τέτοια απάτη θα ταίριαζε απόλυτα στην ιδιοσυγκρασία του Τζιμ και πως με την αφοσιωμένη βοήθεια της Πάμελα θα πετύχαινε. Αν υπήρχε κάποιο τέτοιο μυστικό η Παμ θα το πήρε στον τάφο της γιατί μετά από τρία χρόνια πέθανε.
Δεν είμαι από αυτούς που βλέπουν παντού κρυμμένα μυστικά και ούτε πιστεύω ότι ο Μόρισον ήταν ζωντανός και είχε εξαφανιστεί την ημέρα που κηδεύτηκε. Απλώς δεν είναι και πλήρως απίθανο αν αναλογιστεί κανείς ότι όσο ήταν στην Αμερική είχε διάφορες ιδέες που τις εξομολογιόταν στους φίλους του περί της σκηνοθεσίας του θανάτου του και περί ταξιδιού του στην Αφρική από όπου θα επικοινωνούσε με το μαζί τους με το κωδικό όνομα «Mr. Mojo Risin» (αναγραμματισμός του «Jim Morrison»). Επίσης σχεδόν μετά από κάθε Σαββατοκύριακο ψιθυρίζονταν φήμες περί θανάτου του Μόρισον από πέσιμο από μπαλκόνι, ή ατύχημα, ή υπερβολική δόση. Λίγη σημασία έχουν αυτά όμως. Είτε έχει γίνει πλέον σκόνη, είτε είναι σήμερα, στα 63 του χρόνια, σε μια τροπική χώρα κάπου στη Αφρική γράφοντας ποίηση, έχει πλέον περάσει στην ιστορία.

***
Για τα εκατομμύρια των θαυμαστών και θαυμαστριών του ο Τζιμ ήταν ο αναμενόμενος επαναστάτης, ο σεξουαλικός σύντροφος των φαντασιώσεών τους. Για τους μεσοαστούς ένας δημόσιος κίνδυνος, αλαζόνας και πρόστυχος. Για τους φίλους του ο σοφός, αγνός, ο ευγενικός και άλλες φορές ο τραχύς και πρωτόγονος. Για μένα ο Μόρισον είναι ο αγαπημένος μου τραγουδιστής, με την πιο ξεχωριστά τέλεια βραχνή χροιά φωνής που έχω ακούσει, είναι ένας ποιητής – απελευθερωτής που πίστευε σε έναν κόσμο χωρίς όρια όπου ο οποιοσδήποτε μπορεί να κάνει το οτιδήποτε, είναι ο Τζιμ που σε ένα από τα τραγούδια του από τη σειρά ποιημάτων The Celebration of the Lizard απάγγειλε: I AM THE LIZARD KING, I CAN DO ANYTHING!
Αφιερωμένο στην Ίριδα που μαζί της έχω κάνει τις ομορφότερες συζητήσεις για τις Πόρτες και τον Βασιλιά - Σαύρα και που με προμήθευσε με τη βιογραφία του Τζιμ που στάθηκε πολύτιμη για τη δημοσίευση αυτού του ποστ.

Monday, September 25, 2006

ΑΝΗΣΥΧΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ
Από την ταραχή του δεν πρόσεχε καθόλου. Είχε σκοντάψει σε κάτι σκαλιά και είχε πέσει κάτω αλλά σηκώθηκε μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Τα τελευταία πέντε λεπτά έτρεχε όπως δεν είχε ξανατρέξει ποτέ στη ζωή του. Είχε την πληροφορία ότι ο άνθρωπος που εδώ και είκοσι μήνες αναζητούσε μόλις είχε μπει σε εκείνο το ημιυπόγειο. Δεν άντεχε να τον χάσει. Είχε κάνει πρωτοφανή αγώνα για να ξετρυπώσει το κάθαρμα.

***

Ο Βασίλης δεν ήταν ο κλασικός τύπος μπάτσου. Ήταν ευσυνείδητος, δεν τεμπέλιαζε, δε λαδωνότανε, ήταν δίκαιος και έδινε πάντα το εκατό τοις εκατό των δυνατοτήτων του σε όλες τις υποθέσεις που αναλάμβανε. Όταν ο πατέρας του πέθανε, ο Βασίλης ήταν δεκαέξι ετών κι ο μικρός του αδερφός ο Δημήτρης έκλεινε τα τέσσερα. Γρήγορα πήρε, έστω και υποσυνείδητα, το ρόλο του «άντρα του σπιτιού» - προστάτη για τη μητέρα και τον αδερφό του. Ορμώμενος από τα προσωπικά του βιώματα, θέλησε να εξελίξει την ασφάλεια που ενέπνεε στην οικογένειά του σε επάγγελμα.
Τώρα, θυμόταν εκείνο το πρωινό, πριν τρία χρόνια. Δυο μέρες πριν είχε κλείσει τα σαρανταπέντε. Μιλούσε στο τηλέφωνο όταν ένας υπαστυνόμος τον πληροφόρησε για το θάνατο ενός δεκατετράχρονου στο σχολείο του. Τον είχαν βρει νεκρό μέσα στις τουαλέτες με μια σύριγγα δίχως περιεχόμενο λίγα εκατοστά απόσταση από το άψυχο, απλωμένο δεξί του χέρι. «Συστηματική χρήση ενδοφλέβιων ναρκωτικών στο διάστημα των τελευταίων πέντε μηνών», του είχε πει με ένα προσποιητά –ναι, έτσι του είχε φανεί- θλιμμένο τόνο ο ιατροδικαστής μόλις τελείωσε τη νεκροψία του αγοριού. Κανείς από τους συμμαθητές του θύματος δε μπορούσε να αναφέρει κάποια συνομιλία του εκλιπόντος με άγνωστο άτομο. Το μόνο στοιχείο που υπήρχε ήταν μία κηλίδα αίματος πάνω στη σύριγγα, αίμα που όπως έδειξαν οι εξετάσεις δεν ανήκε στο παιδί.
Η υπόθεση φυσικά δε σταμάτησε εκεί. Μέσα σε ένα χρόνο δύο παιδιά ακόμα έχασαν τη ζωή τους από τα θανατηφόρα τρυπήματα, το ένα μάλιστα πήγαινε και στο ίδιο σχολείο με το πρώτο θύμα, ενώ το δεύτερο σε ένα γυμνάσιο της ίδιας περιοχής. Κάπου εκεί κατάλαβαν ότι ο δράστης ήταν ο ίδιος. Έγιναν έρευνες επί ερευνών αλλά ο ένοχος λειτουργούσε σαν φάντασμα, διάλεγε προσεκτικά τους αγοραστές του λευκού θανάτου που εμπορευόταν και δεν άφηνε πίσω του κανένα ίχνος.
«Κοίτα να δεις ρε Βασίλη, την πρώτη φορά ο τύπος ήταν απρόσεκτος και μας άφησε λίγο από το αίμα του. Μετά τίποτα. Δεν ξέρουμε τίποτα για αυτόν. Σκάψαμε βαθιά αλλά δε βρήκαμε απολύτως τίποτα. Το ξέρεις, ήσουν εκεί, μαζί μας. Πιστεύω ό,τι κι εσύ αλλά δε μπορούμε να συνεχίσουμε άλλο. Ο διοικητής έχει αρχίσει να γκρινιάζει. Δεν έχει κι άδικο. Δεν έχουμε τίποτα για να βασιστούμε και να οδηγηθούμε κάπου», του είχε πει ένας συνάδελφός του.
Ο Βασίλης ήταν ψυχολογικά ράκος εκείνη την περίοδο. Σκεφτόταν τις μάνες των παιδιών να κλαίνε και να ζητούν απονομή δικαιοσύνης, τιμωρία του ενόχου και του ήταν αβάσταχτο που δε μπορούσε να κάνει τίποτα για να βοηθήσει. Ένοιωθε αποτυχημένος. Έπειτα σκεφτόταν τον εαυτό του δύο δεκαετίες πριν. Τι θα γινόταν αν αυτός ο μανιακός δρούσε τότε, στο σχολείο του αδερφού του. Θα μπορούσε να ήταν κι αυτός θύμα του και… όχι, δεν άντεχε άλλο να κάνει σκέψεις.
Πάνω που το θέμα άρχισε να περνά στη λήθη, μια κοπέλα βρέθηκε νεκρή σε ένα πάρκο κοντά στο σπίτι της. Τα αίτια: βιασμός μέχρι θανάτου. Στο αίμα της ανιχνεύθηκε ηρωίνη ενώ στον κόλπο της υπήρχε λίγο από το σπέρμα του βιαστή της. Οι εξετάσεις έδειξαν ότι το σπέρμα του ενόχου και το αίμα του σεσημασμένου εμπόρου ναρκωτικών ανήκαν στον ίδιο άντρα. Μάλλον ο άντρας την προμήθευσε με την ουσία που είχε ανάγκη και μετά θέλησε να εισπράξει την «αμοιβή» του, μια αμοιβή για την οποία όμως η δεκατετράχρονη δεν ήταν σύμφωνη.
Η εξέλιξη της υπόθεσης ήταν μια βασανιστική επανάληψη των προηγούμενων: έρευνα δίχως αποτέλεσμα. Ο δολοφόνος έγινε έμμονη ιδέα στο Βασίλη. Αφιέρωσε τους επόμενους μήνες σε εξονυχιστικό έλεγχο όλων των λεπτομερειών για να συνθέσει το προφίλ του, να βρει τα ίχνη του. Ακόμα κι όταν έκλεισε επίσημα η υπόθεση εκείνος συνέχισε να ψάχνει. Περνούσε νύχτες ολόκληρες με τους συγγενείς όλων των θυμάτων για να πάρει ακόμα και μια φαινομενικά ασήμαντη πληροφορία που για εκείνον όμως ίσως να ήταν χρήσιμη. Έβαζε χρήματα από την τσέπη του για να πληρώνει ντετέκτιβ που είχε προσλάβει για να τον βοηθάει στο ψάξιμο αφού οι υπόλοιποι συνάδελφοι δεν είχαν καμία όρεξη να βοηθήσουν.
Ένα απόγευμα που έψαχνε τα πράγματα του κοριτσιού μετά από άδεια των γονιών της βρήκε ένα στραπατσαρισμένο σημείωμα στην τσέπη ενός τζιν που ήταν καταχωνιασμένο, σχεδόν κρυμμένο μέσα στη ντουλάπα. Αυτά που έγραφε ήταν ξεκάθαρα. Λίγο πολύ ήταν οδηγίες για το πώς να βρει ένα ημιυπόγειο στο οποίο θα πήγαινε για να προμηθευτεί την ασημένια σφίγγα όπως αποκαλούνταν στους κύκλους αυτούς η βελόνα με το φονικό «τσίμπημα».
Φτάνοντας εκεί ο Βασίλης μετά από πολύ ψάξιμο λόγω της θέσης του «κρησφύγετου» διαπίστωσε ότι κανείς δεν είναι μέσα κι εξωτερικά το κτίσμα έμοιαζε εγκαταλελειμμένο. «Τέλεια κάλυψη», σκέφτηκε από μέσα του. Αποφάσισε να πληροφορήσει για τα σχετικά τον ντετέκτιβ και τον διέταξε να παρακολουθεί διακριτικά το μέρος νυχθημερόν και να τον ενημερώσει εάν δει κανέναν να μπαίνει
Ένα βράδυ, πέντε μέρες μετά, το τηλέφωνο χτύπησε και στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο ντετέκτιβ…

***

Τώρα βρισκόταν πολύ κοντά. Σταμάτησε για λίγο να ανασάνει. Είχε λαχανιάσει. Και φοβόταν, φοβόταν πολύ. Φοβόταν ότι δε θα άντεχε και τη στιγμή που θα τον αντίκριζε θα του τίναζε τα μυαλά στον αέρα. «Πρέπει να έχω τρελαθεί τελείως», συλλογίστηκε αφού δεν ήταν λίγες οι φορές που αναρωτήθηκε γιατί είχε κολλήσει τόσο πολύ σε αυτήν την υπόθεση. «Πάμε», είπε στον εαυτό του για να πάρει κουράγιο και ξαναξεκίνησε. Διέσχισε το μικροσκοπικό σοκάκι, κατέβηκε τα σκαλάκια και βρέθηκε μπροστά στο ημιυπόγειο. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έβγαλε τη μπερέτα από τη θήκη του πιστολιού που είχε στη ζώνη του και έδωσε μια γερή κλωτσιά στην πόρτα που υποχώρησε κατευθείαν.
«Ακίνητος κάθαρμα, μη δω ούτε τα βλέφαρά σου να ανεβο γιατί αλλιώς θα…». Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του. Πάγωσε. Ανοιγόκλεισε και μετά γούρλωσε τα μάτια του για να βεβαιωθεί ότι αυτό που έβλεπε δεν ήταν κάποιο βάναυσο αποκύημα της φαντασίας του. Το όπλο γλίστρησε από το χέρι του και έπεσε με πάταγο στο δάπεδο.
«Δημήτρη;…όχι…όχι…δε μπορεί», ψέλλισε στη θέα του αδερφού του που στεκόταν το ίδιο αποσβολωμένος δυο μέτρα μπροστά του. «Δεν είναι δυνατόν να είσαι εσύ».
Πέρασε μισό λεπτό και κανείς τους δεν είχε πει κουβέντα. Κοιτάζονταν στα μάτια ζυγιάζοντας την κατάσταση ο καθένας από την πλευρά του.
«Βασίλη, να σου πω…»
«Τι να μου πεις ρε μαλακισμένο», είπε ο αδερφός του δίνοντάς του μια γροθιά στη μύτη που τον έκανε να πέσει πίσω με μια πνιχτή κραυγή πόνου. Αν ο Βασίλης αγαπούσε ένα πρόσωπο σαν την ίδια του τη ζωή σ’ αυτόν τον κόσμο αυτό ήταν ο Δημήτρης, αδιαμφισβήτητα. Και τώρα, πηγαίνοντας να συλλάβει τον πιο μισητό κακοποιό που είχε συναντήσει στην καριέρα του βλέπει αυτό ακριβώς το πρόσωπο. Ξέσπασε σε λυγμούς.
Ο αδερφός του παρακολουθούσε ασάλευτος, ζαρωμένος και με τη μύτη του να αναβλύζει αίμα. «Τι θα κάνεις;», του είπε.
Ο Βασίλης κυριολεκτικά ήθελε να ξυπνήσει εκείνη τη στιγμή από το χειρότερο εφιάλτη της ζωής του. Παρόλο το σοκ του δεν έπρεπε να χρονοτριβεί γιατί όσο χρονοτριβούσε ήξερε πως θα άλλαζε γνώμη. Δεν ήθελε ούτε να τον ρωτήσει το γιατί έκανε ό,τι έκανε. Άρπαξε το Δημήτρη και του πέρασε χειροπέδες. Εκείνος ήταν αμίλητος, μόνο σιγόκλαιγε. Τον παρέδωσε στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα λέγοντας μόνο ότι ήταν ο έμπορος ναρκωτικών και βιαστής εκείνου του κοριτσιού.
Όλο το βράδυ σκεφτόταν να πάει να πάρει πίσω τον αδερφό του. Να πει στους αστυνομικούς ότι είχε κάνει λάθος στις έρευνες. Να κάνει μια νέα αρχή χωρίς ποτέ να μάθει κανείς την αλήθεια. Ήξερε πως για το καλό της κοινωνίας αλλά και για τα εγκλήματα που έκανε, έπραξε σωστά που τον παρέδωσε. Ήταν ένα απόβρασμα που του άξιζε ίσως κι ο θάνατος, ο ίδιος ο Βασίλης τον είχε σιχαθεί αλλά η αγάπη που εξακολουθούσε να του έχει του έδειχνε ότι είχε πράξει ένα τεράστιο σφάλμα απέναντι στη συνείδηση του. Μπορεί να ήταν εγωιστικό και προσβλητικό και άδικο για τα θύματα αλλά τώρα ήθελε ο δολοφόνος τους να ήταν ελεύθερος. Όλα αυτά δεν είχαν νόημα, τα πράγματα είχαν πάρει το δρόμο τους. Ακόμη κι αν ο Δημήτρης δεν ομολογούσε θα γίνονταν οι απαραίτητες εξετάσεις με τις οποίες θα αποδεικνυόταν περίτρανα ότι ήταν το δικό του αίμα πάνω στη σύριγγα και το δικό του σπέρμα στον κόλπο της βιασμένης κοπέλας. Ήταν φονιάς παιδιών και το άξιζε αλλά ο Βασίλης δε σκεφτόταν καθόλου τους δικαιωμένους συγγενείς και τις παιδικές ψυχές που επιτέλους θα έβρισκαν γαλήνη. Ο Βασίλης σκεφτόταν το Βασίλη και πως αυτός θα συνέχιζε μετά από αυτήν την ιστορία.
Αυτό το ερώτημα τον βασάνιζε μέχρι τα χαράματα
Το πρωί δεν πήγε στη δουλειά. Το επόμενο απόγευμα τον βρήκαν στο κρεβάτι, στο σπίτι του, με μια σφαίρα καρφωμένη στον κρόταφο και το όπλο του στο χέρι. Δεν είχε καταφέρει να απαντήσει στο ερώτημά του.

Monday, September 18, 2006

ΔΥΟ Π.B. (ΠΡΟ BLOG) ΕΠΟΧΗΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Τα ακόλουθα 2 διηγήματα τα έγραψα πριν λίγο καιρό,όταν ακόμη το "BREAK ON THROUGH TO THE OTHER SIDE"blog δεν είχε φτιαχτεί.Το πρώτο, το είχε δημοσιεύσει στο blog της μια αλεπουδίτσα ενώ το δεύτερο ένας αγαπητός blogger - φυσικός. Σε αυτούς τους δύο λοιπόν τα αφιερώνω.
ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΗ ΛΥΤΡΩΣΗ
Εάν δεν είναι άλλο ένα από τα γνωστά ηλίθια παιχνίδια της, ανύπαρκτης πλέον, μνήμης μου, βρισκόμουν στη βεράντα του σπιτιού μου. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και πριν κάμποσα λεπτά είχα κλείσει τα 26 μου χρόνια. Προσπαθούσα επίμονα εδώ και ώρα να στρίψω ένα τσιγάρο. Ανεπιτυχώς. Ο καπνός ήταν άλλοτε πολύς, άλλοτε ελάχιστος. Τι μαρτύριο Χριστέ μου! Τελικά ο ιδρώτας των χεριών μου διαπότισε τι τσιγαρόχαρτο και αυτό διαλύθηκε αργά και βασανιστικά με αποτέλεσμα ο καπνός να βρεθεί στο δάπεδο. Έβαλα τις παλάμες στα μάτια και άρχισα να κλαίω με αναφιλητά. Η ατυχής κατάληξη του στριφτού μου, μου υπενθύμισε την αδιαμφισβήτητη ικανότητα μου: να καταστρέφω. Όχι αντικείμενα όπως στην προκειμένη περίπτωση αλλά καταστάσεις.
Δυο μέρες πριν, η Ρίτα είχε μαζέψει τα πράγματά της και είχε φύγει. Με άφησε, ή καλύτερα την άφησα να με αφήσει. Μου είχε ζητήσει μόνο να της πω δύο λέξεις που για κάποιο λόγο μου ήταν αδύνατο να τις αρθρώσω. «Σ’ αγαπάω». Εκείνη μου τις είχε ήδη πει και περίμενε καρτερικά να τις επαναλάβω ή έστω να πω ένα ξερό «κι εγώ». Ούτε καν αυτό δεν κατάφερα. Ήταν δύσκολο ακόμα και να πείσω τον εαυτό μου να τις προφέρει, έστω κι αν δεν τις αισθάνεται, μόνο και μόνο για να την ευχαριστήσω και να της ανταποδώσω την ανιδιοτελή προσφορά του συναισθηματικού της μανδύα που τόσο στοργικά με κάλυπτε τον τελευταίο καιρό. Το χειρότερο όμως ήρθε αργότερα, όταν με άκουσα να της λέω να μη μου ζητάει να της πω κάτι που δε νοιώθω. Τα υπόλοιπα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου – έτσι μου φάνηκε. Το μόνο που θυμάμαι καλά ήταν η ανεξήγητη απάθειά μου όταν την έβλεπα να με εγκαταλείπει για κάτι που εγώ προκάλεσα.
Είχε φύγει.
Κρίμα. Ήξερα ότι ήταν πολύ πιθανό σε λίγη ώρα να είμαι νεκρός. Δε μπορούσα όμως να αντιδράσω. Η Ρίτα ήταν σαφώς ο μόνος άνθρωπος που με κρατούσε μακριά από το μαύρο παρελθόν του λευκού θανάτου, των τάσεων αυτοκτονίας, τις προδιαθέσεις σχιζοφρένιας, της μανιοκατάθλιψης και της βαριάς μορφής ψύχωσης που είχε διαγνώσει ο ψυχίατρος λίγα χρόνια πριν. Βασικά ήταν θαύμα που ήμουν ακόμη ζωντανός. Όταν τη γνώρισα, ενάμιση χρόνο πριν, άρχισε να λειτουργεί καλύτερα και αποτελεσματικότερα από οποιοδήποτε ψυχοφάρμακο ή ναρκωτικό είχα πάρει κατά τη διάρκεια της άρρωστης ζωής μου.
Τώρα όμως, το τέλος ήταν κοντά. Είχε αρχίσει να έρχεται τόσο ορμητικά όσο ποτέ άλλοτε η αίσθηση – παραίσθηση ότι είχα απελευθερώσει πλήρως το μυαλό μου και είχα αποβάλλει κάθε αμφιβολία για οτιδήποτε συμβαίνει ή δε συμβαίνει, υπάρχει ή δεν υπάρχει. Ένοιωθα ότι όλα τα μυστικά του σύμπαντος ήταν καλά κλειδωμένα πίσω από μια πόρτα και ότι ήμουν ένας από τους λίγους, αν όχι ο μόνος, που είχε στην κατοχή του τα κλειδιά. Νόμιζα, όχι δε νόμιζα, ήμουν σίγουρος πως θα μπορούσα να κάνω τα πάντα. Έτσι απλά.
Δε σκέφτηκα πολύ. Ανέβηκα στα κάγκελα και συλλογίστηκα αν ήταν δυνατό να είμαι τόσο τυχερός ώστε να κατάφερα να σπάσω όχι μόνο τους νόμους της φύσης αλλά και τους φραγμούς του «είναι» μου. Χαμογέλασα και έκανα το απαραίτητο βήμα της εκπλήρωσης του σκοπού μου, όχι για να αυτοκτονήσω όπως πολλοί θα ισχυρίζονταν, με απόλυτη βεβαιότητα της επιβίωσής μου, δίχως ίχνος φόβου. Πέφτοντας άκουσα φευγαλέα το ενοχλητικό κουδούνισμα ενός τηλεφώνου. Να ήταν του δικού μου; Ίσως να ήταν η Ρίτα στη γραμμή, ίσως να πήρε για τα χρόνια πολλά, ίσως για να ξανασμίξουμε. Ξάφνου άρχισα να πανικοβάλλομαι γιατί κατάλαβα, κάπως αργά, ότι ποτέ δε θα μάθαινα αφού συνέχισα να πέφτω. Εντέλει συνθλίφθηκα πάνω στην αποτρόπαια σκληρή άσφαλτο. Σχεδόν αμέσως αυτή μετατράπηκε σε μαλακό κρεβάτι κι εγώ από ματωμένο πτώμα σε ιδρωμένο μισολιπόθυμο που μόλις είχε ξυπνήσει από το χειρότερο εφιάλτη της ζωής του. Κοίταξα το δωμάτιο, έπειτα δίπλα μου. Η Ρίτα ήταν εκεί, με ένα σεντόνι κολλημένο από τη ζέστη στο γυμνό κορμί της. Σηκώθηκα αργά κι αδέξια και πήγα να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου. Όντας ανυπόφορα ζαλισμένος κατευθύνθηκα στο μπαλκόνι για να με χτυπήσει το βραδινό αεράκι. Στάθηκα με τα χέρια έξω από τα μικρά σκονισμένα καγκελάκια και τις παλάμες μου να κοιτάζουν προκλητικά το κενό. Ο θώρακάς μου κρατούσε αντίσταση. Έγειρα το κεφάλι προς τα κάτω ως μια εκδήλωση κούρασης, σαν να ήθελα να ξανακοιμηθώ. Ανταυτού, μετατόπισα το κέντρο βάρους μου και έκανα μια ομολογουμένως, ιδιαίτερα επιδέξια βουτιά στο κενό. Δεν έκατσα να αναρωτηθώ αν το γεγονός οφειλόταν στη ζαλάδα ή στα ψυχολογικά μου προβλήματα, ούτε να το συσχετίσω ή να το παρομοιάσω με το σκηνικό που αντιμετώπισα στον ανήσυχο ύπνο μου. Αυτές τις στιγμές άρχισα να αισθάνομαι μια αναπάντεχη ελευθερία και ήθελα να την απολαύσω. Μάλλον αυτή ακριβώς η απόλαυση ήταν ο λόγος που η πτώση μου δεν είχε το φριχτό τελείωμα του ονείρου. Όχι το θάνατο, αλλά το ξύπνημα…
SO LIMITLESS AND FREE
-Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που έχω την αίσθηση πως δε με εμπιστεύεσαι καθόλου. Ότι ποτέ σου δεν πίστεψες σε μένα.
-Πώς μπορείτε να το λέτε αυτό; Θα πρέπει να είναι κανείς τυφλός για να μη βλέπει ότι για σας παράτησα ό,τι είχα και δεν είχα, ότι θα έδινα τη ζωή μου για χάρη σας. Ελάτε τώρα. Γνωρίζετε πολύ καλά ότι είμαι άνθρωπός σας μέχρι το μεδούλι.
- Πάψε επιτέλους να μου μιλάς σε αυτόν τον εμετικό πληθυντικό! Έχεις ιδέα ότι με σένα και με τους υπόλοιπους πέρασα τις πιο ουσιώδεις και ταυτόχρονα ξέγνοιαστες στιγμές της ζωής μου; Σε έχω σαν κάτι περισσότερο από φίλο μου, σαν αδερφό μου. Με αντιλαμβάνεσαι;
-Τότε γιατί επιμένετε να πάρουν τα πράγματα αυτήν την τροπή; Τα έχετε όλα. Υγεία, ψυχική και σωματική, μια γυναίκα που σας λατρεύει και τη λατρεύετε κι έχετε κι εμάς που σας αγαπάμε και σας στηρίζουμε.
-Το πρόβλημά είναι που δεν εννοείς να καταλάβεις. Είσαι αυτός που ξεχωρίζω περισσότερο και αυτό είναι φανερό. Ποτέ μου δε θέλησα να το κρύψω. Αν με στηρίζεις, στήριξέ με και τώρα.
-Είναι αβάσταχτο.
-Νομίζεις πως για μένα είναι εύκολο; Πρέπει όμως. Ίσως να σου φανεί γελοίο αλλά έχω μια κρυφή ελπίδα ότι τα λόγια και οι πράξεις μου θα επηρεάσουν θετικά πολλούς.
-Τότε να μείνετε και να συνεχίσετε. Το να κάτσετε σαν άβουλο πλάσμα και να περιμένετε καρτερικά τον ερχομό ενός παράλογου πεπρωμένου δεν είναι σίγουρα του χαρακτήρα σας.
-Μόνο εάν αυτή είναι η τελευταία πινελιά στον πίνακα της ζωής μου θα φανεί καθαρά ο δρόμος που έχω χαράξει.
-Η άποψη μου είναι…
-Λυπάμαι αλλά είναι μία από τις ελάχιστες φορές που η γνώμη σου δεν έχει καμία αξία για μένα. Απλά περιπλέκει κι άλλο τα ήδη σχεδιασμένα.
-Τότε για πιο λόγο μιλάμε αυτή τη στιγμή;
-Θέλω να μου υποσχεθείς ότι δε θα κάνεις το οτιδήποτε για να ανατρέψεις τα δεδομένα.
-Μου το ζητάτε εσείς αυτό; Εσείς που μου μάθατε τι σημαίνει αγάπη; Θα ήταν αυτό μια πράξη αγάπης; Δε νομίζω. Θα ήταν μια έκδηλη επίδειξη αδιαφορίας και μάλιστα στο πρόσωπο του πιο κοντινού μου φίλου.
-Έχεις άδικο και εξαιτίας του υποκειμενισμού σου δε μπορείς να δεις την αλήθεια.
-Είναι κακό να αρνούμαστε κάθε τι το αντικειμενικό όταν ξέρουμε μετά βεβαιότητας ότι αν το δεχτούμε θα διαπράττουμε ένα φριχτό έγκλημα εναντίον της συνείδησης και της ψυχικής μας ισορροπίας;
-Όχι. Είναι τουλάχιστον ανόητο να αρνείται κανείς τις επιθυμίες του ακόμα κι αν αυτές είναι ανάρμοστες ή και απρόσιτες. Θα αρνιόταν έτσι το ίδιο του το ‘εγώ’ και ό,τι τον έκανε ανθρώπινο. Ίσως μια εποχή να σου έλεγα πως αυτό είναι η πιο χυδαία προβολή του εγωισμού αλλά τώρα δεν πρόκειται να σου πω κάτι τέτοιο. Δεν πρόκειται να ηθικολογήσω.
-Πώς έχετε τότε την απαίτηση να δεχτώ το αίτημα σας;
-Την έχω. Η παράδοση σου άνευ όρων στην σημαντικότερη απόφαση της ζωής μου θα είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της εμπιστοσύνης και της αγάπης σου στο πρόσωπο μου. Δεν υπονόησα ούτε για μια στιγμή ό,τι θα το δεχόσουν ελαφρά τη καρδία αλλά βρίσκομαι σε ένα δρόμο χωρίς παρακλάδια. Σε μία ευθεία που υπάρχει μια κατεύθυνση που οδηγεί σε ένα τέλος. Μονάχα μία κατεύθυνση και μονάχα ένα τέλος.
-«………..»
-Κλάψε αν αυτό σε κάνει να αισθάνεσαι καλύτερα.
-…. Και…Και αν… Και αν γυρίζατε πίσω; Πίσω για να βγείτε από εκεί που μπήκατε σε αυτήν την ευθεία του κυνισμού;
-Όχι. Στη δική μου ευθεία η είσοδος σφραγίστηκε όταν μπήκα. Για την ακρίβεια, εγώ ο ίδιος επέλεξα να τη σφραγίσω. Αν κάνεις κάτι είτε μόνος σου, είτε σε συνεργασία με τους άλλους για να μεταβάλεις την κατάσταση θα χαθεί το νόημα από όλες τις πράξεις της καθημερινότητάς μου. Αυτό θες;
«……….»
-Μου αρκεί όπως ήδη σου είπα μια προφορική υπόσχεση.
-Σας….. Σου το υπόσχομαι.
-Έπρεπε να έρθει το τέλος για να έρθει μαζί κι ο πολυπόθητος ενικός που μας καθιστά και στα μάτια σου πλέον ισότιμους, πραγματικούς φίλους!
-Αυτό ήταν λοιπόν;
-Ναι Ιωάννη. Σε τρεις μέρες θα με σταυρώσουν…

Saturday, September 16, 2006

ΤΟ ΜΠΑΣΙΜΟ
Κάθε αρχή και δύσκολη. Υπερπήδησα του φραγμούς της βαρεμάρας μου αλλά και του φόβου μου ότι θα γράφω το πολύ μια φορά το μήνα και είπα να ανοίξω το δικό μου μαγαζάκι. Ελπίζω να βοηθήσετε να μη χρεοκοπήσει!