BREAK ON THROUGH TO THE OTHER SIDE

Monday, September 25, 2006

ΑΝΗΣΥΧΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ
Από την ταραχή του δεν πρόσεχε καθόλου. Είχε σκοντάψει σε κάτι σκαλιά και είχε πέσει κάτω αλλά σηκώθηκε μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Τα τελευταία πέντε λεπτά έτρεχε όπως δεν είχε ξανατρέξει ποτέ στη ζωή του. Είχε την πληροφορία ότι ο άνθρωπος που εδώ και είκοσι μήνες αναζητούσε μόλις είχε μπει σε εκείνο το ημιυπόγειο. Δεν άντεχε να τον χάσει. Είχε κάνει πρωτοφανή αγώνα για να ξετρυπώσει το κάθαρμα.

***

Ο Βασίλης δεν ήταν ο κλασικός τύπος μπάτσου. Ήταν ευσυνείδητος, δεν τεμπέλιαζε, δε λαδωνότανε, ήταν δίκαιος και έδινε πάντα το εκατό τοις εκατό των δυνατοτήτων του σε όλες τις υποθέσεις που αναλάμβανε. Όταν ο πατέρας του πέθανε, ο Βασίλης ήταν δεκαέξι ετών κι ο μικρός του αδερφός ο Δημήτρης έκλεινε τα τέσσερα. Γρήγορα πήρε, έστω και υποσυνείδητα, το ρόλο του «άντρα του σπιτιού» - προστάτη για τη μητέρα και τον αδερφό του. Ορμώμενος από τα προσωπικά του βιώματα, θέλησε να εξελίξει την ασφάλεια που ενέπνεε στην οικογένειά του σε επάγγελμα.
Τώρα, θυμόταν εκείνο το πρωινό, πριν τρία χρόνια. Δυο μέρες πριν είχε κλείσει τα σαρανταπέντε. Μιλούσε στο τηλέφωνο όταν ένας υπαστυνόμος τον πληροφόρησε για το θάνατο ενός δεκατετράχρονου στο σχολείο του. Τον είχαν βρει νεκρό μέσα στις τουαλέτες με μια σύριγγα δίχως περιεχόμενο λίγα εκατοστά απόσταση από το άψυχο, απλωμένο δεξί του χέρι. «Συστηματική χρήση ενδοφλέβιων ναρκωτικών στο διάστημα των τελευταίων πέντε μηνών», του είχε πει με ένα προσποιητά –ναι, έτσι του είχε φανεί- θλιμμένο τόνο ο ιατροδικαστής μόλις τελείωσε τη νεκροψία του αγοριού. Κανείς από τους συμμαθητές του θύματος δε μπορούσε να αναφέρει κάποια συνομιλία του εκλιπόντος με άγνωστο άτομο. Το μόνο στοιχείο που υπήρχε ήταν μία κηλίδα αίματος πάνω στη σύριγγα, αίμα που όπως έδειξαν οι εξετάσεις δεν ανήκε στο παιδί.
Η υπόθεση φυσικά δε σταμάτησε εκεί. Μέσα σε ένα χρόνο δύο παιδιά ακόμα έχασαν τη ζωή τους από τα θανατηφόρα τρυπήματα, το ένα μάλιστα πήγαινε και στο ίδιο σχολείο με το πρώτο θύμα, ενώ το δεύτερο σε ένα γυμνάσιο της ίδιας περιοχής. Κάπου εκεί κατάλαβαν ότι ο δράστης ήταν ο ίδιος. Έγιναν έρευνες επί ερευνών αλλά ο ένοχος λειτουργούσε σαν φάντασμα, διάλεγε προσεκτικά τους αγοραστές του λευκού θανάτου που εμπορευόταν και δεν άφηνε πίσω του κανένα ίχνος.
«Κοίτα να δεις ρε Βασίλη, την πρώτη φορά ο τύπος ήταν απρόσεκτος και μας άφησε λίγο από το αίμα του. Μετά τίποτα. Δεν ξέρουμε τίποτα για αυτόν. Σκάψαμε βαθιά αλλά δε βρήκαμε απολύτως τίποτα. Το ξέρεις, ήσουν εκεί, μαζί μας. Πιστεύω ό,τι κι εσύ αλλά δε μπορούμε να συνεχίσουμε άλλο. Ο διοικητής έχει αρχίσει να γκρινιάζει. Δεν έχει κι άδικο. Δεν έχουμε τίποτα για να βασιστούμε και να οδηγηθούμε κάπου», του είχε πει ένας συνάδελφός του.
Ο Βασίλης ήταν ψυχολογικά ράκος εκείνη την περίοδο. Σκεφτόταν τις μάνες των παιδιών να κλαίνε και να ζητούν απονομή δικαιοσύνης, τιμωρία του ενόχου και του ήταν αβάσταχτο που δε μπορούσε να κάνει τίποτα για να βοηθήσει. Ένοιωθε αποτυχημένος. Έπειτα σκεφτόταν τον εαυτό του δύο δεκαετίες πριν. Τι θα γινόταν αν αυτός ο μανιακός δρούσε τότε, στο σχολείο του αδερφού του. Θα μπορούσε να ήταν κι αυτός θύμα του και… όχι, δεν άντεχε άλλο να κάνει σκέψεις.
Πάνω που το θέμα άρχισε να περνά στη λήθη, μια κοπέλα βρέθηκε νεκρή σε ένα πάρκο κοντά στο σπίτι της. Τα αίτια: βιασμός μέχρι θανάτου. Στο αίμα της ανιχνεύθηκε ηρωίνη ενώ στον κόλπο της υπήρχε λίγο από το σπέρμα του βιαστή της. Οι εξετάσεις έδειξαν ότι το σπέρμα του ενόχου και το αίμα του σεσημασμένου εμπόρου ναρκωτικών ανήκαν στον ίδιο άντρα. Μάλλον ο άντρας την προμήθευσε με την ουσία που είχε ανάγκη και μετά θέλησε να εισπράξει την «αμοιβή» του, μια αμοιβή για την οποία όμως η δεκατετράχρονη δεν ήταν σύμφωνη.
Η εξέλιξη της υπόθεσης ήταν μια βασανιστική επανάληψη των προηγούμενων: έρευνα δίχως αποτέλεσμα. Ο δολοφόνος έγινε έμμονη ιδέα στο Βασίλη. Αφιέρωσε τους επόμενους μήνες σε εξονυχιστικό έλεγχο όλων των λεπτομερειών για να συνθέσει το προφίλ του, να βρει τα ίχνη του. Ακόμα κι όταν έκλεισε επίσημα η υπόθεση εκείνος συνέχισε να ψάχνει. Περνούσε νύχτες ολόκληρες με τους συγγενείς όλων των θυμάτων για να πάρει ακόμα και μια φαινομενικά ασήμαντη πληροφορία που για εκείνον όμως ίσως να ήταν χρήσιμη. Έβαζε χρήματα από την τσέπη του για να πληρώνει ντετέκτιβ που είχε προσλάβει για να τον βοηθάει στο ψάξιμο αφού οι υπόλοιποι συνάδελφοι δεν είχαν καμία όρεξη να βοηθήσουν.
Ένα απόγευμα που έψαχνε τα πράγματα του κοριτσιού μετά από άδεια των γονιών της βρήκε ένα στραπατσαρισμένο σημείωμα στην τσέπη ενός τζιν που ήταν καταχωνιασμένο, σχεδόν κρυμμένο μέσα στη ντουλάπα. Αυτά που έγραφε ήταν ξεκάθαρα. Λίγο πολύ ήταν οδηγίες για το πώς να βρει ένα ημιυπόγειο στο οποίο θα πήγαινε για να προμηθευτεί την ασημένια σφίγγα όπως αποκαλούνταν στους κύκλους αυτούς η βελόνα με το φονικό «τσίμπημα».
Φτάνοντας εκεί ο Βασίλης μετά από πολύ ψάξιμο λόγω της θέσης του «κρησφύγετου» διαπίστωσε ότι κανείς δεν είναι μέσα κι εξωτερικά το κτίσμα έμοιαζε εγκαταλελειμμένο. «Τέλεια κάλυψη», σκέφτηκε από μέσα του. Αποφάσισε να πληροφορήσει για τα σχετικά τον ντετέκτιβ και τον διέταξε να παρακολουθεί διακριτικά το μέρος νυχθημερόν και να τον ενημερώσει εάν δει κανέναν να μπαίνει
Ένα βράδυ, πέντε μέρες μετά, το τηλέφωνο χτύπησε και στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο ντετέκτιβ…

***

Τώρα βρισκόταν πολύ κοντά. Σταμάτησε για λίγο να ανασάνει. Είχε λαχανιάσει. Και φοβόταν, φοβόταν πολύ. Φοβόταν ότι δε θα άντεχε και τη στιγμή που θα τον αντίκριζε θα του τίναζε τα μυαλά στον αέρα. «Πρέπει να έχω τρελαθεί τελείως», συλλογίστηκε αφού δεν ήταν λίγες οι φορές που αναρωτήθηκε γιατί είχε κολλήσει τόσο πολύ σε αυτήν την υπόθεση. «Πάμε», είπε στον εαυτό του για να πάρει κουράγιο και ξαναξεκίνησε. Διέσχισε το μικροσκοπικό σοκάκι, κατέβηκε τα σκαλάκια και βρέθηκε μπροστά στο ημιυπόγειο. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έβγαλε τη μπερέτα από τη θήκη του πιστολιού που είχε στη ζώνη του και έδωσε μια γερή κλωτσιά στην πόρτα που υποχώρησε κατευθείαν.
«Ακίνητος κάθαρμα, μη δω ούτε τα βλέφαρά σου να ανεβο γιατί αλλιώς θα…». Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του. Πάγωσε. Ανοιγόκλεισε και μετά γούρλωσε τα μάτια του για να βεβαιωθεί ότι αυτό που έβλεπε δεν ήταν κάποιο βάναυσο αποκύημα της φαντασίας του. Το όπλο γλίστρησε από το χέρι του και έπεσε με πάταγο στο δάπεδο.
«Δημήτρη;…όχι…όχι…δε μπορεί», ψέλλισε στη θέα του αδερφού του που στεκόταν το ίδιο αποσβολωμένος δυο μέτρα μπροστά του. «Δεν είναι δυνατόν να είσαι εσύ».
Πέρασε μισό λεπτό και κανείς τους δεν είχε πει κουβέντα. Κοιτάζονταν στα μάτια ζυγιάζοντας την κατάσταση ο καθένας από την πλευρά του.
«Βασίλη, να σου πω…»
«Τι να μου πεις ρε μαλακισμένο», είπε ο αδερφός του δίνοντάς του μια γροθιά στη μύτη που τον έκανε να πέσει πίσω με μια πνιχτή κραυγή πόνου. Αν ο Βασίλης αγαπούσε ένα πρόσωπο σαν την ίδια του τη ζωή σ’ αυτόν τον κόσμο αυτό ήταν ο Δημήτρης, αδιαμφισβήτητα. Και τώρα, πηγαίνοντας να συλλάβει τον πιο μισητό κακοποιό που είχε συναντήσει στην καριέρα του βλέπει αυτό ακριβώς το πρόσωπο. Ξέσπασε σε λυγμούς.
Ο αδερφός του παρακολουθούσε ασάλευτος, ζαρωμένος και με τη μύτη του να αναβλύζει αίμα. «Τι θα κάνεις;», του είπε.
Ο Βασίλης κυριολεκτικά ήθελε να ξυπνήσει εκείνη τη στιγμή από το χειρότερο εφιάλτη της ζωής του. Παρόλο το σοκ του δεν έπρεπε να χρονοτριβεί γιατί όσο χρονοτριβούσε ήξερε πως θα άλλαζε γνώμη. Δεν ήθελε ούτε να τον ρωτήσει το γιατί έκανε ό,τι έκανε. Άρπαξε το Δημήτρη και του πέρασε χειροπέδες. Εκείνος ήταν αμίλητος, μόνο σιγόκλαιγε. Τον παρέδωσε στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα λέγοντας μόνο ότι ήταν ο έμπορος ναρκωτικών και βιαστής εκείνου του κοριτσιού.
Όλο το βράδυ σκεφτόταν να πάει να πάρει πίσω τον αδερφό του. Να πει στους αστυνομικούς ότι είχε κάνει λάθος στις έρευνες. Να κάνει μια νέα αρχή χωρίς ποτέ να μάθει κανείς την αλήθεια. Ήξερε πως για το καλό της κοινωνίας αλλά και για τα εγκλήματα που έκανε, έπραξε σωστά που τον παρέδωσε. Ήταν ένα απόβρασμα που του άξιζε ίσως κι ο θάνατος, ο ίδιος ο Βασίλης τον είχε σιχαθεί αλλά η αγάπη που εξακολουθούσε να του έχει του έδειχνε ότι είχε πράξει ένα τεράστιο σφάλμα απέναντι στη συνείδηση του. Μπορεί να ήταν εγωιστικό και προσβλητικό και άδικο για τα θύματα αλλά τώρα ήθελε ο δολοφόνος τους να ήταν ελεύθερος. Όλα αυτά δεν είχαν νόημα, τα πράγματα είχαν πάρει το δρόμο τους. Ακόμη κι αν ο Δημήτρης δεν ομολογούσε θα γίνονταν οι απαραίτητες εξετάσεις με τις οποίες θα αποδεικνυόταν περίτρανα ότι ήταν το δικό του αίμα πάνω στη σύριγγα και το δικό του σπέρμα στον κόλπο της βιασμένης κοπέλας. Ήταν φονιάς παιδιών και το άξιζε αλλά ο Βασίλης δε σκεφτόταν καθόλου τους δικαιωμένους συγγενείς και τις παιδικές ψυχές που επιτέλους θα έβρισκαν γαλήνη. Ο Βασίλης σκεφτόταν το Βασίλη και πως αυτός θα συνέχιζε μετά από αυτήν την ιστορία.
Αυτό το ερώτημα τον βασάνιζε μέχρι τα χαράματα
Το πρωί δεν πήγε στη δουλειά. Το επόμενο απόγευμα τον βρήκαν στο κρεβάτι, στο σπίτι του, με μια σφαίρα καρφωμένη στον κρόταφο και το όπλο του στο χέρι. Δεν είχε καταφέρει να απαντήσει στο ερώτημά του.

Monday, September 18, 2006

ΔΥΟ Π.B. (ΠΡΟ BLOG) ΕΠΟΧΗΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Τα ακόλουθα 2 διηγήματα τα έγραψα πριν λίγο καιρό,όταν ακόμη το "BREAK ON THROUGH TO THE OTHER SIDE"blog δεν είχε φτιαχτεί.Το πρώτο, το είχε δημοσιεύσει στο blog της μια αλεπουδίτσα ενώ το δεύτερο ένας αγαπητός blogger - φυσικός. Σε αυτούς τους δύο λοιπόν τα αφιερώνω.
ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΗ ΛΥΤΡΩΣΗ
Εάν δεν είναι άλλο ένα από τα γνωστά ηλίθια παιχνίδια της, ανύπαρκτης πλέον, μνήμης μου, βρισκόμουν στη βεράντα του σπιτιού μου. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και πριν κάμποσα λεπτά είχα κλείσει τα 26 μου χρόνια. Προσπαθούσα επίμονα εδώ και ώρα να στρίψω ένα τσιγάρο. Ανεπιτυχώς. Ο καπνός ήταν άλλοτε πολύς, άλλοτε ελάχιστος. Τι μαρτύριο Χριστέ μου! Τελικά ο ιδρώτας των χεριών μου διαπότισε τι τσιγαρόχαρτο και αυτό διαλύθηκε αργά και βασανιστικά με αποτέλεσμα ο καπνός να βρεθεί στο δάπεδο. Έβαλα τις παλάμες στα μάτια και άρχισα να κλαίω με αναφιλητά. Η ατυχής κατάληξη του στριφτού μου, μου υπενθύμισε την αδιαμφισβήτητη ικανότητα μου: να καταστρέφω. Όχι αντικείμενα όπως στην προκειμένη περίπτωση αλλά καταστάσεις.
Δυο μέρες πριν, η Ρίτα είχε μαζέψει τα πράγματά της και είχε φύγει. Με άφησε, ή καλύτερα την άφησα να με αφήσει. Μου είχε ζητήσει μόνο να της πω δύο λέξεις που για κάποιο λόγο μου ήταν αδύνατο να τις αρθρώσω. «Σ’ αγαπάω». Εκείνη μου τις είχε ήδη πει και περίμενε καρτερικά να τις επαναλάβω ή έστω να πω ένα ξερό «κι εγώ». Ούτε καν αυτό δεν κατάφερα. Ήταν δύσκολο ακόμα και να πείσω τον εαυτό μου να τις προφέρει, έστω κι αν δεν τις αισθάνεται, μόνο και μόνο για να την ευχαριστήσω και να της ανταποδώσω την ανιδιοτελή προσφορά του συναισθηματικού της μανδύα που τόσο στοργικά με κάλυπτε τον τελευταίο καιρό. Το χειρότερο όμως ήρθε αργότερα, όταν με άκουσα να της λέω να μη μου ζητάει να της πω κάτι που δε νοιώθω. Τα υπόλοιπα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου – έτσι μου φάνηκε. Το μόνο που θυμάμαι καλά ήταν η ανεξήγητη απάθειά μου όταν την έβλεπα να με εγκαταλείπει για κάτι που εγώ προκάλεσα.
Είχε φύγει.
Κρίμα. Ήξερα ότι ήταν πολύ πιθανό σε λίγη ώρα να είμαι νεκρός. Δε μπορούσα όμως να αντιδράσω. Η Ρίτα ήταν σαφώς ο μόνος άνθρωπος που με κρατούσε μακριά από το μαύρο παρελθόν του λευκού θανάτου, των τάσεων αυτοκτονίας, τις προδιαθέσεις σχιζοφρένιας, της μανιοκατάθλιψης και της βαριάς μορφής ψύχωσης που είχε διαγνώσει ο ψυχίατρος λίγα χρόνια πριν. Βασικά ήταν θαύμα που ήμουν ακόμη ζωντανός. Όταν τη γνώρισα, ενάμιση χρόνο πριν, άρχισε να λειτουργεί καλύτερα και αποτελεσματικότερα από οποιοδήποτε ψυχοφάρμακο ή ναρκωτικό είχα πάρει κατά τη διάρκεια της άρρωστης ζωής μου.
Τώρα όμως, το τέλος ήταν κοντά. Είχε αρχίσει να έρχεται τόσο ορμητικά όσο ποτέ άλλοτε η αίσθηση – παραίσθηση ότι είχα απελευθερώσει πλήρως το μυαλό μου και είχα αποβάλλει κάθε αμφιβολία για οτιδήποτε συμβαίνει ή δε συμβαίνει, υπάρχει ή δεν υπάρχει. Ένοιωθα ότι όλα τα μυστικά του σύμπαντος ήταν καλά κλειδωμένα πίσω από μια πόρτα και ότι ήμουν ένας από τους λίγους, αν όχι ο μόνος, που είχε στην κατοχή του τα κλειδιά. Νόμιζα, όχι δε νόμιζα, ήμουν σίγουρος πως θα μπορούσα να κάνω τα πάντα. Έτσι απλά.
Δε σκέφτηκα πολύ. Ανέβηκα στα κάγκελα και συλλογίστηκα αν ήταν δυνατό να είμαι τόσο τυχερός ώστε να κατάφερα να σπάσω όχι μόνο τους νόμους της φύσης αλλά και τους φραγμούς του «είναι» μου. Χαμογέλασα και έκανα το απαραίτητο βήμα της εκπλήρωσης του σκοπού μου, όχι για να αυτοκτονήσω όπως πολλοί θα ισχυρίζονταν, με απόλυτη βεβαιότητα της επιβίωσής μου, δίχως ίχνος φόβου. Πέφτοντας άκουσα φευγαλέα το ενοχλητικό κουδούνισμα ενός τηλεφώνου. Να ήταν του δικού μου; Ίσως να ήταν η Ρίτα στη γραμμή, ίσως να πήρε για τα χρόνια πολλά, ίσως για να ξανασμίξουμε. Ξάφνου άρχισα να πανικοβάλλομαι γιατί κατάλαβα, κάπως αργά, ότι ποτέ δε θα μάθαινα αφού συνέχισα να πέφτω. Εντέλει συνθλίφθηκα πάνω στην αποτρόπαια σκληρή άσφαλτο. Σχεδόν αμέσως αυτή μετατράπηκε σε μαλακό κρεβάτι κι εγώ από ματωμένο πτώμα σε ιδρωμένο μισολιπόθυμο που μόλις είχε ξυπνήσει από το χειρότερο εφιάλτη της ζωής του. Κοίταξα το δωμάτιο, έπειτα δίπλα μου. Η Ρίτα ήταν εκεί, με ένα σεντόνι κολλημένο από τη ζέστη στο γυμνό κορμί της. Σηκώθηκα αργά κι αδέξια και πήγα να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου. Όντας ανυπόφορα ζαλισμένος κατευθύνθηκα στο μπαλκόνι για να με χτυπήσει το βραδινό αεράκι. Στάθηκα με τα χέρια έξω από τα μικρά σκονισμένα καγκελάκια και τις παλάμες μου να κοιτάζουν προκλητικά το κενό. Ο θώρακάς μου κρατούσε αντίσταση. Έγειρα το κεφάλι προς τα κάτω ως μια εκδήλωση κούρασης, σαν να ήθελα να ξανακοιμηθώ. Ανταυτού, μετατόπισα το κέντρο βάρους μου και έκανα μια ομολογουμένως, ιδιαίτερα επιδέξια βουτιά στο κενό. Δεν έκατσα να αναρωτηθώ αν το γεγονός οφειλόταν στη ζαλάδα ή στα ψυχολογικά μου προβλήματα, ούτε να το συσχετίσω ή να το παρομοιάσω με το σκηνικό που αντιμετώπισα στον ανήσυχο ύπνο μου. Αυτές τις στιγμές άρχισα να αισθάνομαι μια αναπάντεχη ελευθερία και ήθελα να την απολαύσω. Μάλλον αυτή ακριβώς η απόλαυση ήταν ο λόγος που η πτώση μου δεν είχε το φριχτό τελείωμα του ονείρου. Όχι το θάνατο, αλλά το ξύπνημα…
SO LIMITLESS AND FREE
-Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που έχω την αίσθηση πως δε με εμπιστεύεσαι καθόλου. Ότι ποτέ σου δεν πίστεψες σε μένα.
-Πώς μπορείτε να το λέτε αυτό; Θα πρέπει να είναι κανείς τυφλός για να μη βλέπει ότι για σας παράτησα ό,τι είχα και δεν είχα, ότι θα έδινα τη ζωή μου για χάρη σας. Ελάτε τώρα. Γνωρίζετε πολύ καλά ότι είμαι άνθρωπός σας μέχρι το μεδούλι.
- Πάψε επιτέλους να μου μιλάς σε αυτόν τον εμετικό πληθυντικό! Έχεις ιδέα ότι με σένα και με τους υπόλοιπους πέρασα τις πιο ουσιώδεις και ταυτόχρονα ξέγνοιαστες στιγμές της ζωής μου; Σε έχω σαν κάτι περισσότερο από φίλο μου, σαν αδερφό μου. Με αντιλαμβάνεσαι;
-Τότε γιατί επιμένετε να πάρουν τα πράγματα αυτήν την τροπή; Τα έχετε όλα. Υγεία, ψυχική και σωματική, μια γυναίκα που σας λατρεύει και τη λατρεύετε κι έχετε κι εμάς που σας αγαπάμε και σας στηρίζουμε.
-Το πρόβλημά είναι που δεν εννοείς να καταλάβεις. Είσαι αυτός που ξεχωρίζω περισσότερο και αυτό είναι φανερό. Ποτέ μου δε θέλησα να το κρύψω. Αν με στηρίζεις, στήριξέ με και τώρα.
-Είναι αβάσταχτο.
-Νομίζεις πως για μένα είναι εύκολο; Πρέπει όμως. Ίσως να σου φανεί γελοίο αλλά έχω μια κρυφή ελπίδα ότι τα λόγια και οι πράξεις μου θα επηρεάσουν θετικά πολλούς.
-Τότε να μείνετε και να συνεχίσετε. Το να κάτσετε σαν άβουλο πλάσμα και να περιμένετε καρτερικά τον ερχομό ενός παράλογου πεπρωμένου δεν είναι σίγουρα του χαρακτήρα σας.
-Μόνο εάν αυτή είναι η τελευταία πινελιά στον πίνακα της ζωής μου θα φανεί καθαρά ο δρόμος που έχω χαράξει.
-Η άποψη μου είναι…
-Λυπάμαι αλλά είναι μία από τις ελάχιστες φορές που η γνώμη σου δεν έχει καμία αξία για μένα. Απλά περιπλέκει κι άλλο τα ήδη σχεδιασμένα.
-Τότε για πιο λόγο μιλάμε αυτή τη στιγμή;
-Θέλω να μου υποσχεθείς ότι δε θα κάνεις το οτιδήποτε για να ανατρέψεις τα δεδομένα.
-Μου το ζητάτε εσείς αυτό; Εσείς που μου μάθατε τι σημαίνει αγάπη; Θα ήταν αυτό μια πράξη αγάπης; Δε νομίζω. Θα ήταν μια έκδηλη επίδειξη αδιαφορίας και μάλιστα στο πρόσωπο του πιο κοντινού μου φίλου.
-Έχεις άδικο και εξαιτίας του υποκειμενισμού σου δε μπορείς να δεις την αλήθεια.
-Είναι κακό να αρνούμαστε κάθε τι το αντικειμενικό όταν ξέρουμε μετά βεβαιότητας ότι αν το δεχτούμε θα διαπράττουμε ένα φριχτό έγκλημα εναντίον της συνείδησης και της ψυχικής μας ισορροπίας;
-Όχι. Είναι τουλάχιστον ανόητο να αρνείται κανείς τις επιθυμίες του ακόμα κι αν αυτές είναι ανάρμοστες ή και απρόσιτες. Θα αρνιόταν έτσι το ίδιο του το ‘εγώ’ και ό,τι τον έκανε ανθρώπινο. Ίσως μια εποχή να σου έλεγα πως αυτό είναι η πιο χυδαία προβολή του εγωισμού αλλά τώρα δεν πρόκειται να σου πω κάτι τέτοιο. Δεν πρόκειται να ηθικολογήσω.
-Πώς έχετε τότε την απαίτηση να δεχτώ το αίτημα σας;
-Την έχω. Η παράδοση σου άνευ όρων στην σημαντικότερη απόφαση της ζωής μου θα είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της εμπιστοσύνης και της αγάπης σου στο πρόσωπο μου. Δεν υπονόησα ούτε για μια στιγμή ό,τι θα το δεχόσουν ελαφρά τη καρδία αλλά βρίσκομαι σε ένα δρόμο χωρίς παρακλάδια. Σε μία ευθεία που υπάρχει μια κατεύθυνση που οδηγεί σε ένα τέλος. Μονάχα μία κατεύθυνση και μονάχα ένα τέλος.
-«………..»
-Κλάψε αν αυτό σε κάνει να αισθάνεσαι καλύτερα.
-…. Και…Και αν… Και αν γυρίζατε πίσω; Πίσω για να βγείτε από εκεί που μπήκατε σε αυτήν την ευθεία του κυνισμού;
-Όχι. Στη δική μου ευθεία η είσοδος σφραγίστηκε όταν μπήκα. Για την ακρίβεια, εγώ ο ίδιος επέλεξα να τη σφραγίσω. Αν κάνεις κάτι είτε μόνος σου, είτε σε συνεργασία με τους άλλους για να μεταβάλεις την κατάσταση θα χαθεί το νόημα από όλες τις πράξεις της καθημερινότητάς μου. Αυτό θες;
«……….»
-Μου αρκεί όπως ήδη σου είπα μια προφορική υπόσχεση.
-Σας….. Σου το υπόσχομαι.
-Έπρεπε να έρθει το τέλος για να έρθει μαζί κι ο πολυπόθητος ενικός που μας καθιστά και στα μάτια σου πλέον ισότιμους, πραγματικούς φίλους!
-Αυτό ήταν λοιπόν;
-Ναι Ιωάννη. Σε τρεις μέρες θα με σταυρώσουν…

Saturday, September 16, 2006

ΤΟ ΜΠΑΣΙΜΟ
Κάθε αρχή και δύσκολη. Υπερπήδησα του φραγμούς της βαρεμάρας μου αλλά και του φόβου μου ότι θα γράφω το πολύ μια φορά το μήνα και είπα να ανοίξω το δικό μου μαγαζάκι. Ελπίζω να βοηθήσετε να μη χρεοκοπήσει!