BREAK ON THROUGH TO THE OTHER SIDE

Monday, September 18, 2006

ΔΥΟ Π.B. (ΠΡΟ BLOG) ΕΠΟΧΗΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ

Τα ακόλουθα 2 διηγήματα τα έγραψα πριν λίγο καιρό,όταν ακόμη το "BREAK ON THROUGH TO THE OTHER SIDE"blog δεν είχε φτιαχτεί.Το πρώτο, το είχε δημοσιεύσει στο blog της μια αλεπουδίτσα ενώ το δεύτερο ένας αγαπητός blogger - φυσικός. Σε αυτούς τους δύο λοιπόν τα αφιερώνω.
ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΗ ΛΥΤΡΩΣΗ
Εάν δεν είναι άλλο ένα από τα γνωστά ηλίθια παιχνίδια της, ανύπαρκτης πλέον, μνήμης μου, βρισκόμουν στη βεράντα του σπιτιού μου. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και πριν κάμποσα λεπτά είχα κλείσει τα 26 μου χρόνια. Προσπαθούσα επίμονα εδώ και ώρα να στρίψω ένα τσιγάρο. Ανεπιτυχώς. Ο καπνός ήταν άλλοτε πολύς, άλλοτε ελάχιστος. Τι μαρτύριο Χριστέ μου! Τελικά ο ιδρώτας των χεριών μου διαπότισε τι τσιγαρόχαρτο και αυτό διαλύθηκε αργά και βασανιστικά με αποτέλεσμα ο καπνός να βρεθεί στο δάπεδο. Έβαλα τις παλάμες στα μάτια και άρχισα να κλαίω με αναφιλητά. Η ατυχής κατάληξη του στριφτού μου, μου υπενθύμισε την αδιαμφισβήτητη ικανότητα μου: να καταστρέφω. Όχι αντικείμενα όπως στην προκειμένη περίπτωση αλλά καταστάσεις.
Δυο μέρες πριν, η Ρίτα είχε μαζέψει τα πράγματά της και είχε φύγει. Με άφησε, ή καλύτερα την άφησα να με αφήσει. Μου είχε ζητήσει μόνο να της πω δύο λέξεις που για κάποιο λόγο μου ήταν αδύνατο να τις αρθρώσω. «Σ’ αγαπάω». Εκείνη μου τις είχε ήδη πει και περίμενε καρτερικά να τις επαναλάβω ή έστω να πω ένα ξερό «κι εγώ». Ούτε καν αυτό δεν κατάφερα. Ήταν δύσκολο ακόμα και να πείσω τον εαυτό μου να τις προφέρει, έστω κι αν δεν τις αισθάνεται, μόνο και μόνο για να την ευχαριστήσω και να της ανταποδώσω την ανιδιοτελή προσφορά του συναισθηματικού της μανδύα που τόσο στοργικά με κάλυπτε τον τελευταίο καιρό. Το χειρότερο όμως ήρθε αργότερα, όταν με άκουσα να της λέω να μη μου ζητάει να της πω κάτι που δε νοιώθω. Τα υπόλοιπα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου – έτσι μου φάνηκε. Το μόνο που θυμάμαι καλά ήταν η ανεξήγητη απάθειά μου όταν την έβλεπα να με εγκαταλείπει για κάτι που εγώ προκάλεσα.
Είχε φύγει.
Κρίμα. Ήξερα ότι ήταν πολύ πιθανό σε λίγη ώρα να είμαι νεκρός. Δε μπορούσα όμως να αντιδράσω. Η Ρίτα ήταν σαφώς ο μόνος άνθρωπος που με κρατούσε μακριά από το μαύρο παρελθόν του λευκού θανάτου, των τάσεων αυτοκτονίας, τις προδιαθέσεις σχιζοφρένιας, της μανιοκατάθλιψης και της βαριάς μορφής ψύχωσης που είχε διαγνώσει ο ψυχίατρος λίγα χρόνια πριν. Βασικά ήταν θαύμα που ήμουν ακόμη ζωντανός. Όταν τη γνώρισα, ενάμιση χρόνο πριν, άρχισε να λειτουργεί καλύτερα και αποτελεσματικότερα από οποιοδήποτε ψυχοφάρμακο ή ναρκωτικό είχα πάρει κατά τη διάρκεια της άρρωστης ζωής μου.
Τώρα όμως, το τέλος ήταν κοντά. Είχε αρχίσει να έρχεται τόσο ορμητικά όσο ποτέ άλλοτε η αίσθηση – παραίσθηση ότι είχα απελευθερώσει πλήρως το μυαλό μου και είχα αποβάλλει κάθε αμφιβολία για οτιδήποτε συμβαίνει ή δε συμβαίνει, υπάρχει ή δεν υπάρχει. Ένοιωθα ότι όλα τα μυστικά του σύμπαντος ήταν καλά κλειδωμένα πίσω από μια πόρτα και ότι ήμουν ένας από τους λίγους, αν όχι ο μόνος, που είχε στην κατοχή του τα κλειδιά. Νόμιζα, όχι δε νόμιζα, ήμουν σίγουρος πως θα μπορούσα να κάνω τα πάντα. Έτσι απλά.
Δε σκέφτηκα πολύ. Ανέβηκα στα κάγκελα και συλλογίστηκα αν ήταν δυνατό να είμαι τόσο τυχερός ώστε να κατάφερα να σπάσω όχι μόνο τους νόμους της φύσης αλλά και τους φραγμούς του «είναι» μου. Χαμογέλασα και έκανα το απαραίτητο βήμα της εκπλήρωσης του σκοπού μου, όχι για να αυτοκτονήσω όπως πολλοί θα ισχυρίζονταν, με απόλυτη βεβαιότητα της επιβίωσής μου, δίχως ίχνος φόβου. Πέφτοντας άκουσα φευγαλέα το ενοχλητικό κουδούνισμα ενός τηλεφώνου. Να ήταν του δικού μου; Ίσως να ήταν η Ρίτα στη γραμμή, ίσως να πήρε για τα χρόνια πολλά, ίσως για να ξανασμίξουμε. Ξάφνου άρχισα να πανικοβάλλομαι γιατί κατάλαβα, κάπως αργά, ότι ποτέ δε θα μάθαινα αφού συνέχισα να πέφτω. Εντέλει συνθλίφθηκα πάνω στην αποτρόπαια σκληρή άσφαλτο. Σχεδόν αμέσως αυτή μετατράπηκε σε μαλακό κρεβάτι κι εγώ από ματωμένο πτώμα σε ιδρωμένο μισολιπόθυμο που μόλις είχε ξυπνήσει από το χειρότερο εφιάλτη της ζωής του. Κοίταξα το δωμάτιο, έπειτα δίπλα μου. Η Ρίτα ήταν εκεί, με ένα σεντόνι κολλημένο από τη ζέστη στο γυμνό κορμί της. Σηκώθηκα αργά κι αδέξια και πήγα να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου. Όντας ανυπόφορα ζαλισμένος κατευθύνθηκα στο μπαλκόνι για να με χτυπήσει το βραδινό αεράκι. Στάθηκα με τα χέρια έξω από τα μικρά σκονισμένα καγκελάκια και τις παλάμες μου να κοιτάζουν προκλητικά το κενό. Ο θώρακάς μου κρατούσε αντίσταση. Έγειρα το κεφάλι προς τα κάτω ως μια εκδήλωση κούρασης, σαν να ήθελα να ξανακοιμηθώ. Ανταυτού, μετατόπισα το κέντρο βάρους μου και έκανα μια ομολογουμένως, ιδιαίτερα επιδέξια βουτιά στο κενό. Δεν έκατσα να αναρωτηθώ αν το γεγονός οφειλόταν στη ζαλάδα ή στα ψυχολογικά μου προβλήματα, ούτε να το συσχετίσω ή να το παρομοιάσω με το σκηνικό που αντιμετώπισα στον ανήσυχο ύπνο μου. Αυτές τις στιγμές άρχισα να αισθάνομαι μια αναπάντεχη ελευθερία και ήθελα να την απολαύσω. Μάλλον αυτή ακριβώς η απόλαυση ήταν ο λόγος που η πτώση μου δεν είχε το φριχτό τελείωμα του ονείρου. Όχι το θάνατο, αλλά το ξύπνημα…

88 Comments:

Post a Comment

Links to this post:

Create a Link

<< Home