BREAK ON THROUGH TO THE OTHER SIDE

Monday, September 25, 2006

ΑΝΗΣΥΧΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ
Από την ταραχή του δεν πρόσεχε καθόλου. Είχε σκοντάψει σε κάτι σκαλιά και είχε πέσει κάτω αλλά σηκώθηκε μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Τα τελευταία πέντε λεπτά έτρεχε όπως δεν είχε ξανατρέξει ποτέ στη ζωή του. Είχε την πληροφορία ότι ο άνθρωπος που εδώ και είκοσι μήνες αναζητούσε μόλις είχε μπει σε εκείνο το ημιυπόγειο. Δεν άντεχε να τον χάσει. Είχε κάνει πρωτοφανή αγώνα για να ξετρυπώσει το κάθαρμα.

***

Ο Βασίλης δεν ήταν ο κλασικός τύπος μπάτσου. Ήταν ευσυνείδητος, δεν τεμπέλιαζε, δε λαδωνότανε, ήταν δίκαιος και έδινε πάντα το εκατό τοις εκατό των δυνατοτήτων του σε όλες τις υποθέσεις που αναλάμβανε. Όταν ο πατέρας του πέθανε, ο Βασίλης ήταν δεκαέξι ετών κι ο μικρός του αδερφός ο Δημήτρης έκλεινε τα τέσσερα. Γρήγορα πήρε, έστω και υποσυνείδητα, το ρόλο του «άντρα του σπιτιού» - προστάτη για τη μητέρα και τον αδερφό του. Ορμώμενος από τα προσωπικά του βιώματα, θέλησε να εξελίξει την ασφάλεια που ενέπνεε στην οικογένειά του σε επάγγελμα.
Τώρα, θυμόταν εκείνο το πρωινό, πριν τρία χρόνια. Δυο μέρες πριν είχε κλείσει τα σαρανταπέντε. Μιλούσε στο τηλέφωνο όταν ένας υπαστυνόμος τον πληροφόρησε για το θάνατο ενός δεκατετράχρονου στο σχολείο του. Τον είχαν βρει νεκρό μέσα στις τουαλέτες με μια σύριγγα δίχως περιεχόμενο λίγα εκατοστά απόσταση από το άψυχο, απλωμένο δεξί του χέρι. «Συστηματική χρήση ενδοφλέβιων ναρκωτικών στο διάστημα των τελευταίων πέντε μηνών», του είχε πει με ένα προσποιητά –ναι, έτσι του είχε φανεί- θλιμμένο τόνο ο ιατροδικαστής μόλις τελείωσε τη νεκροψία του αγοριού. Κανείς από τους συμμαθητές του θύματος δε μπορούσε να αναφέρει κάποια συνομιλία του εκλιπόντος με άγνωστο άτομο. Το μόνο στοιχείο που υπήρχε ήταν μία κηλίδα αίματος πάνω στη σύριγγα, αίμα που όπως έδειξαν οι εξετάσεις δεν ανήκε στο παιδί.
Η υπόθεση φυσικά δε σταμάτησε εκεί. Μέσα σε ένα χρόνο δύο παιδιά ακόμα έχασαν τη ζωή τους από τα θανατηφόρα τρυπήματα, το ένα μάλιστα πήγαινε και στο ίδιο σχολείο με το πρώτο θύμα, ενώ το δεύτερο σε ένα γυμνάσιο της ίδιας περιοχής. Κάπου εκεί κατάλαβαν ότι ο δράστης ήταν ο ίδιος. Έγιναν έρευνες επί ερευνών αλλά ο ένοχος λειτουργούσε σαν φάντασμα, διάλεγε προσεκτικά τους αγοραστές του λευκού θανάτου που εμπορευόταν και δεν άφηνε πίσω του κανένα ίχνος.
«Κοίτα να δεις ρε Βασίλη, την πρώτη φορά ο τύπος ήταν απρόσεκτος και μας άφησε λίγο από το αίμα του. Μετά τίποτα. Δεν ξέρουμε τίποτα για αυτόν. Σκάψαμε βαθιά αλλά δε βρήκαμε απολύτως τίποτα. Το ξέρεις, ήσουν εκεί, μαζί μας. Πιστεύω ό,τι κι εσύ αλλά δε μπορούμε να συνεχίσουμε άλλο. Ο διοικητής έχει αρχίσει να γκρινιάζει. Δεν έχει κι άδικο. Δεν έχουμε τίποτα για να βασιστούμε και να οδηγηθούμε κάπου», του είχε πει ένας συνάδελφός του.
Ο Βασίλης ήταν ψυχολογικά ράκος εκείνη την περίοδο. Σκεφτόταν τις μάνες των παιδιών να κλαίνε και να ζητούν απονομή δικαιοσύνης, τιμωρία του ενόχου και του ήταν αβάσταχτο που δε μπορούσε να κάνει τίποτα για να βοηθήσει. Ένοιωθε αποτυχημένος. Έπειτα σκεφτόταν τον εαυτό του δύο δεκαετίες πριν. Τι θα γινόταν αν αυτός ο μανιακός δρούσε τότε, στο σχολείο του αδερφού του. Θα μπορούσε να ήταν κι αυτός θύμα του και… όχι, δεν άντεχε άλλο να κάνει σκέψεις.
Πάνω που το θέμα άρχισε να περνά στη λήθη, μια κοπέλα βρέθηκε νεκρή σε ένα πάρκο κοντά στο σπίτι της. Τα αίτια: βιασμός μέχρι θανάτου. Στο αίμα της ανιχνεύθηκε ηρωίνη ενώ στον κόλπο της υπήρχε λίγο από το σπέρμα του βιαστή της. Οι εξετάσεις έδειξαν ότι το σπέρμα του ενόχου και το αίμα του σεσημασμένου εμπόρου ναρκωτικών ανήκαν στον ίδιο άντρα. Μάλλον ο άντρας την προμήθευσε με την ουσία που είχε ανάγκη και μετά θέλησε να εισπράξει την «αμοιβή» του, μια αμοιβή για την οποία όμως η δεκατετράχρονη δεν ήταν σύμφωνη.
Η εξέλιξη της υπόθεσης ήταν μια βασανιστική επανάληψη των προηγούμενων: έρευνα δίχως αποτέλεσμα. Ο δολοφόνος έγινε έμμονη ιδέα στο Βασίλη. Αφιέρωσε τους επόμενους μήνες σε εξονυχιστικό έλεγχο όλων των λεπτομερειών για να συνθέσει το προφίλ του, να βρει τα ίχνη του. Ακόμα κι όταν έκλεισε επίσημα η υπόθεση εκείνος συνέχισε να ψάχνει. Περνούσε νύχτες ολόκληρες με τους συγγενείς όλων των θυμάτων για να πάρει ακόμα και μια φαινομενικά ασήμαντη πληροφορία που για εκείνον όμως ίσως να ήταν χρήσιμη. Έβαζε χρήματα από την τσέπη του για να πληρώνει ντετέκτιβ που είχε προσλάβει για να τον βοηθάει στο ψάξιμο αφού οι υπόλοιποι συνάδελφοι δεν είχαν καμία όρεξη να βοηθήσουν.
Ένα απόγευμα που έψαχνε τα πράγματα του κοριτσιού μετά από άδεια των γονιών της βρήκε ένα στραπατσαρισμένο σημείωμα στην τσέπη ενός τζιν που ήταν καταχωνιασμένο, σχεδόν κρυμμένο μέσα στη ντουλάπα. Αυτά που έγραφε ήταν ξεκάθαρα. Λίγο πολύ ήταν οδηγίες για το πώς να βρει ένα ημιυπόγειο στο οποίο θα πήγαινε για να προμηθευτεί την ασημένια σφίγγα όπως αποκαλούνταν στους κύκλους αυτούς η βελόνα με το φονικό «τσίμπημα».
Φτάνοντας εκεί ο Βασίλης μετά από πολύ ψάξιμο λόγω της θέσης του «κρησφύγετου» διαπίστωσε ότι κανείς δεν είναι μέσα κι εξωτερικά το κτίσμα έμοιαζε εγκαταλελειμμένο. «Τέλεια κάλυψη», σκέφτηκε από μέσα του. Αποφάσισε να πληροφορήσει για τα σχετικά τον ντετέκτιβ και τον διέταξε να παρακολουθεί διακριτικά το μέρος νυχθημερόν και να τον ενημερώσει εάν δει κανέναν να μπαίνει
Ένα βράδυ, πέντε μέρες μετά, το τηλέφωνο χτύπησε και στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο ντετέκτιβ…

***

Τώρα βρισκόταν πολύ κοντά. Σταμάτησε για λίγο να ανασάνει. Είχε λαχανιάσει. Και φοβόταν, φοβόταν πολύ. Φοβόταν ότι δε θα άντεχε και τη στιγμή που θα τον αντίκριζε θα του τίναζε τα μυαλά στον αέρα. «Πρέπει να έχω τρελαθεί τελείως», συλλογίστηκε αφού δεν ήταν λίγες οι φορές που αναρωτήθηκε γιατί είχε κολλήσει τόσο πολύ σε αυτήν την υπόθεση. «Πάμε», είπε στον εαυτό του για να πάρει κουράγιο και ξαναξεκίνησε. Διέσχισε το μικροσκοπικό σοκάκι, κατέβηκε τα σκαλάκια και βρέθηκε μπροστά στο ημιυπόγειο. Πήρε μια βαθιά ανάσα, έβγαλε τη μπερέτα από τη θήκη του πιστολιού που είχε στη ζώνη του και έδωσε μια γερή κλωτσιά στην πόρτα που υποχώρησε κατευθείαν.
«Ακίνητος κάθαρμα, μη δω ούτε τα βλέφαρά σου να ανεβο γιατί αλλιώς θα…». Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του. Πάγωσε. Ανοιγόκλεισε και μετά γούρλωσε τα μάτια του για να βεβαιωθεί ότι αυτό που έβλεπε δεν ήταν κάποιο βάναυσο αποκύημα της φαντασίας του. Το όπλο γλίστρησε από το χέρι του και έπεσε με πάταγο στο δάπεδο.
«Δημήτρη;…όχι…όχι…δε μπορεί», ψέλλισε στη θέα του αδερφού του που στεκόταν το ίδιο αποσβολωμένος δυο μέτρα μπροστά του. «Δεν είναι δυνατόν να είσαι εσύ».
Πέρασε μισό λεπτό και κανείς τους δεν είχε πει κουβέντα. Κοιτάζονταν στα μάτια ζυγιάζοντας την κατάσταση ο καθένας από την πλευρά του.
«Βασίλη, να σου πω…»
«Τι να μου πεις ρε μαλακισμένο», είπε ο αδερφός του δίνοντάς του μια γροθιά στη μύτη που τον έκανε να πέσει πίσω με μια πνιχτή κραυγή πόνου. Αν ο Βασίλης αγαπούσε ένα πρόσωπο σαν την ίδια του τη ζωή σ’ αυτόν τον κόσμο αυτό ήταν ο Δημήτρης, αδιαμφισβήτητα. Και τώρα, πηγαίνοντας να συλλάβει τον πιο μισητό κακοποιό που είχε συναντήσει στην καριέρα του βλέπει αυτό ακριβώς το πρόσωπο. Ξέσπασε σε λυγμούς.
Ο αδερφός του παρακολουθούσε ασάλευτος, ζαρωμένος και με τη μύτη του να αναβλύζει αίμα. «Τι θα κάνεις;», του είπε.
Ο Βασίλης κυριολεκτικά ήθελε να ξυπνήσει εκείνη τη στιγμή από το χειρότερο εφιάλτη της ζωής του. Παρόλο το σοκ του δεν έπρεπε να χρονοτριβεί γιατί όσο χρονοτριβούσε ήξερε πως θα άλλαζε γνώμη. Δεν ήθελε ούτε να τον ρωτήσει το γιατί έκανε ό,τι έκανε. Άρπαξε το Δημήτρη και του πέρασε χειροπέδες. Εκείνος ήταν αμίλητος, μόνο σιγόκλαιγε. Τον παρέδωσε στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα λέγοντας μόνο ότι ήταν ο έμπορος ναρκωτικών και βιαστής εκείνου του κοριτσιού.
Όλο το βράδυ σκεφτόταν να πάει να πάρει πίσω τον αδερφό του. Να πει στους αστυνομικούς ότι είχε κάνει λάθος στις έρευνες. Να κάνει μια νέα αρχή χωρίς ποτέ να μάθει κανείς την αλήθεια. Ήξερε πως για το καλό της κοινωνίας αλλά και για τα εγκλήματα που έκανε, έπραξε σωστά που τον παρέδωσε. Ήταν ένα απόβρασμα που του άξιζε ίσως κι ο θάνατος, ο ίδιος ο Βασίλης τον είχε σιχαθεί αλλά η αγάπη που εξακολουθούσε να του έχει του έδειχνε ότι είχε πράξει ένα τεράστιο σφάλμα απέναντι στη συνείδηση του. Μπορεί να ήταν εγωιστικό και προσβλητικό και άδικο για τα θύματα αλλά τώρα ήθελε ο δολοφόνος τους να ήταν ελεύθερος. Όλα αυτά δεν είχαν νόημα, τα πράγματα είχαν πάρει το δρόμο τους. Ακόμη κι αν ο Δημήτρης δεν ομολογούσε θα γίνονταν οι απαραίτητες εξετάσεις με τις οποίες θα αποδεικνυόταν περίτρανα ότι ήταν το δικό του αίμα πάνω στη σύριγγα και το δικό του σπέρμα στον κόλπο της βιασμένης κοπέλας. Ήταν φονιάς παιδιών και το άξιζε αλλά ο Βασίλης δε σκεφτόταν καθόλου τους δικαιωμένους συγγενείς και τις παιδικές ψυχές που επιτέλους θα έβρισκαν γαλήνη. Ο Βασίλης σκεφτόταν το Βασίλη και πως αυτός θα συνέχιζε μετά από αυτήν την ιστορία.
Αυτό το ερώτημα τον βασάνιζε μέχρι τα χαράματα
Το πρωί δεν πήγε στη δουλειά. Το επόμενο απόγευμα τον βρήκαν στο κρεβάτι, στο σπίτι του, με μια σφαίρα καρφωμένη στον κρόταφο και το όπλο του στο χέρι. Δεν είχε καταφέρει να απαντήσει στο ερώτημά του.

98 Comments:

Post a Comment

Links to this post:

Create a Link

<< Home