BREAK ON THROUGH TO THE OTHER SIDE

Monday, October 16, 2006

UNCONSCIOUSNESS
Η Δανάη άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά με βήμα αργό και σταθερό, σαν να εκτελούσε τις αυστηρά καθορισμένες κινήσεις κάποιου παράξενου τελετουργικού. Φορούσε ένα στενό μαύρο φόρεμα που την έκανε να μοιάζει αέρινη. Φορούσε γυαλιά ηλίου για να καλύπτει τα πρησμένα της μάτια ενώ δάκρυα κυλούσαν αδιάκοπα στα μάγουλά της. Δίπλα της ήταν ο Γρηγόρης που με αξιοζήλευτη ψυχραιμία την κρατούσε από το μπράτσο. Κάθε λίγο και λιγάκι της ψιθύριζε διάφορα για να την παρηγορήσει, χωρίς κανένα αποτέλεσμα όμως. Είχαν πλησιάσει στην είσοδο. Τα τηλεοπτικά συνεργεία είχαν καταφθάσει αρκετή ώρα πριν…


***


«Πώς σου φαίνονται οι στίχοι;», ρώτησε με μια ανεπιτυχώς κρυμμένη νότα αγωνίας στη βραχνή φωνή του ο Αλέξανδρος.
«Μ’ αυτά που γράφεις φιλαράκι νομίζω ότι πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε το όνομα του συγκροτήματος!», είπε με ενθουσιασμό ο Γιάννης.
Ο Γιάννης από μικρό παιδί είχε δύο κολλήματα: το ροκ και τον «ήχο ιερής έκστασης» όπως συνήθιζε να αποκαλεί τον ήχο που παρήγαγαν τα κρουστά. Έτσι έμαθε ντραμς με το όνειρο να γίνει μια μέρα ο ντράμερ ενός ροκ γκρουπ. Μέχρι στιγμής ήταν ένας εικοσάρης που παρέδιδε πίτσες με το μηχανάκι του.
Το κουδούνι χτύπησε και ο Αλέξανδρος πήγε να ανοίξει Μέσα μπήκαν ο παιδικός και κολλητός φίλος του, ο Γρηγόρης και το τέταρτο μέλος της παρέας, ο Ιάσονας.
«Πού το έκρυβε τόσο ταλέντο το κωλόπαιδο ρε σεις;», είπε στους άλλους δύο ο Γιάννης, φανερά ενθουσιασμένος, κρατώντας ακόμα στα χέρια του τα γραπτά του Αλέξανδρου.
«Εμείς σου το λέγαμε αλλά μας έλεγες υπερβολικούς», δήλωσε με ένα διάπλατο χαμόγελο ο Ιάσονας.
Το βράδυ πέρασε με ελπιδοφόρα σχέδια για το μέλλον τους, με φωνές και γέλια. Στο μεταξύ, στην παρέα τους είχε προστεθεί κι η Δανάη, μια κοπέλα που είχε γνωρίσει πριν πέντε μέρες ο Αλέξανδρος σε ένα πάρτι. Καθώς διηγιόταν στους φίλους του πώς βρέθηκαν μαζί ξαφνικά σταμάτησε και άρχισε να κοιτάζει στο κενό. Σκέφτηκε τη στιγμή που φευγαλέα αντίκρισε τα μάτια της Δανάης για πρώτη φορά, στο χρώμα του ζαφειριού και τα μαλλιά της στο χρώμα της φωτιάς. Αναλογίστηκε την έλλειψη συναίσθησης των όσων συνέβαιναν στο περιβάλλον εκείνη την ώρα, μια έλλειψη συναίσθησης που πλησίαζε στη λιποθυμία, και αναφώνησε: «Το όνομα του συγκροτήματος θα είναι Unconsciousness».

Οι Unconsciousness δεν ήταν προσγειωμένοι. Ήταν ένα κουαρτέτο εικοσάρηδων που ήθελαν να κατακτήσουν τον κόσμο με τη μουσική τους, να κάνουν την Ελλάδα χώρα του ροκ. Και τα κατάφεραν, έτσι απλά.
Το 2001 κυκλοφόρησε το πρώτο τους CD με τίτλο «Μια απαλή παρέλαση» και έγινε χρυσό ενώ το 2002 το άλμπουμ τους «Παράξενες ημέρες» έγινε διπλά πλατινένιο. Η νέα γενιά δεν ήταν πλέον η «νεολαία του σκυλάδικου» όπως είθισται στην Ελλάδα, αλλά η «νεολαία του ροκ».
Ο Αλέξανδρος ήταν εκτός από εξαιρετικός τραγουδιστής με έντονη ροκ, βραχνή χροιά, και ο άνθρωπος που οι στίχοι του μάγευαν το κοινό. Το χέρι του έγραφε αυτά που υπαγόρευε η φαντασία. Έπλαθε εικόνες που σε μετέφεραν σε έννοιες και σε βάθη ανεξερεύνητα της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Ο Γιάννης έπαιζε ντραμς, ο Ιάσονας πλήκτρα και ο Γρηγόρης έγραφε την εκστατική μουσική του γκρουπ που της έδινε μια αριστοτεχνική τρέλα μέσα από τους ήχους της ηλεκτρικής κιθάρας του.
Ο Αλέξανδρος ήταν το απόλυτο sex symbol και οι Unconsciousness ήταν στην κορυφή.


***


Η εκκλησία ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Μπροστά στο γεμάτο με φωτογραφίες και λουλούδια φέρετρο ήταν η Δανάη που έκλαιγε με αναφιλητά. Το ίδιο και ο Ιάσονας, το ίδιο και ο Γιάννης. Μόνο ο Γρηγόρης με μάτια καθαρά κι ασάλευτα επιχειρούσε να καταπραΰνει τον πόνο στις καρδιές των φίλων του.
Στην ταφή το κλάμα μετατράπηκε σε κραυγές. Εκεί κάποιοι αποχαιρέτησαν τον καλύτερο τους φίλο, κάποιοι το μουσικό τους ίνδαλμα, κάποια τον έρωτα της ζωής της και κάποιος άλλος δεν είπε τίποτα και ανέκφραστα πέταξε ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο στο λάκκο του κολλητού του…


***


Πριν τρεις μήνες είχε μπει το 2007. Η Δανάη κι ο Αλέξανδρος συζούσαν σε μια μονοκατοικία κάπου στην Καστέλα. Η πορεία του συγκροτήματος ήταν λαμπρή. Πέντε ακόμα δισκογραφικές δουλειές είχαν βγει στην κυκλοφορία και έκαναν θραύση. Οι συναυλίες τους γέμιζαν χώρους που έφταναν τα 800000 άτομα. Κάπου εκεί άρχισε να απλώνει απειλητικά τα πλοκάμια της πάνω στον Αλέξανδρο η κατάθλιψη. Είχε αρχίσει να πίνει περισσότερο από το συνηθισμένο και να δοκιμάζει διάφορα κοκτέιλ παραισθησιογόνων. Έτσι προσπαθούσε να βρει διέξοδο αλλά και στιχουργική έμπνευση που ένιωθε να τον εγκαταλείπει. Μόνο στο Γρηγόρη έλεγε για τους βαθύτερους προβληματισμούς του και τις υπαρξιακές ανησυχίες του. Μια φορά μόνο λύθηκε και άρχισε να ξετυλίγει το νήμα των εσώψυχών του παρουσία όλων των Unconsciousness και της Δανάης.
«Τα σιχάθηκα όλα», έλεγε. «Ωραία η δόξα, ωραίο το χρήμα και η αναγνώριση αλλά ως εδώ. Τα νιώθω στο πετσί μου να με κυριεύουν και να με κάνουν ένα ανώριμο υποχείριό τους. Πώς αλλάζουμε τη φιλοσοφία των ανθρώπων όταν πέφτουμε στις ελκυστικές παγίδες του υλισμού; Εγώ, τι μήνυμα περνάω; Αισθάνομαι σαν να λέω στα έφηβα κοριτσάκια να με θαυμάζουν γιατί φαντασιώνονται το πουλί μου και όχι γιατί είμαι καλός τραγουδιστής και περνάω αυτό που θέλω να περάσω μέσα από τους στίχους μου. Κάνω κακό σε όλους χωρίς να το καταλαβαίνουν και πιο πολύ από όλους σε μένα. Θα λυτρωθώ όμως από αυτό το μαρτύριο και σύντομα μάλιστα».
Μια βδομάδα αργότερα ο Αλέξανδρος έβγαινε φουριόζος από το σπίτι του Γρηγόρη. Είχαν μια πολύ έντονη κουβέντα γεμάτη με διαφωνίες και βρισιές. Τελικά ο Γρηγόρης υποχώρησε καταλαβαίνοντας ότι δε θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στην απόφαση του αδελφικού του φίλου και υποσχέθηκε να μη μιλήσει ποτέ και σε κανέναν για αυτή τη συζήτηση.
Το επόμενο μεσημέρι και ενώ ο Αλέξανδρος είχε εξαφανιστεί, βρέθηκε το αυτοκίνητό του στη θάλασσα, στο τέλος ενός απότομου γκρεμού. Το πτώμα που είχε παρασυρθεί από τα μανιασμένα κύματα όπως είπαν οι αρχές, δε βρέθηκε. Στο ύψωμα, πάνω από το γκρεμό ανακαλύφθηκε ένα χειρόγραφο σημείωμά του κάτω από μια βαριά πέτρα.
«Ξέρω το λάθος, το γνώριζα», έγραφε, «και δεν έκανα τίποτα, αυτός είναι ο Πόνος. Όλα μια φυλακή που δημιουργούμε και είτε μένουμε σε αυτή, είτε όχι, πονάμε. Είναι το αδιέξοδο που μας κάνει να πονάμε. Είναι οι ελεύθερες επιλογές που μας οδηγούν στα αδιέξοδα, είναι η ελευθερία βούλησης που μας κάνει και πονάμε. Ποτέ δεν αλλάζω. Όλα ψεύτικα. Ποτέ για τίποτα δεν υπάρχει θεραπεία, ποτέ δεν υπάρχει μετάνοια και πραγματικές αλλαγές. Μένει η υποκρισία, αυτή οδηγεί στον Πόνο, τον παραλογισμό, το Τέλος. Γι ’αυτό σας αφήνω, καλή τύχη»


***


Μια ώρα μετά τον καφέ, ο Γρηγόρης έφτασε στο σπίτι του. Έπλυνε τα χέρια του και κάθισε στον καναπέ. Άναψε ένα τσιγάρο και έβαλε να ακούσει ένα από τα CD των Unconsciousness. Το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει. Έπιασε το ακουστικό και απάντησε. Η βραχνή φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής, κάπου στο Περού μίλησε.
«Λοιπόν φιλαράκι, πώς ήταν η κηδεία μου;».

Sunday, October 08, 2006

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΒΛΕΨΙΑ, ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΛΑ ΚΡΥΜΜΕΝΗ, ΤΡΑΓΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ
Στο κόμμα μας, πραγματοποιούμε αυτό που υποσχόμαστε.
Μόνο οι ανόητοι θα μπορούσαν να πιστέψουν ότι
δεν αγωνιζόμαστε κατά της διαφθοράς.
Διότι, ένα είναι βέβαιο για μας:
Η τιμιότητα και η διαφάνεια είναι προϋπόθεση για να πετύχουμε τουυς στόχους μας.
Αποδεικνύουμε ότι πλανάται όποιος πιστεύει πως
οι μαφιόζοι θα συνεχίσουν να μετέχουν στην κυβέρνηση όπως στο παρελθόν.
Διασφαλίζουμε, χωρίς ίχνος αμφιβολίας, ότι
η κοινωνική δικαιοσύνη θα είναι ο κύριος σκοπός της διακυβέρνησής μας.
Παρά ταύτα, υπάρχουν ακόμα ανόητοι άνθρωποι που πιστεύουν πως
θα είναι δυνατόν να εξακολουθεί κανείς να κυβερνά
με παλαιοπολιτικά τερτίπια.
Όταν αναλάβουμε την εξουσία, θα κάνουμε το παν ώστε
να τεθεί τέρμα στις προνομιακές καταστάσεις και την ευνοιοκρατία
δεν θα επιτρέψουμε σε καμία περίπτωση
να πεθάνουν της πείνας τα παιδιά μας.
Θα πραγματοποιήσουμε τα σχέδιά μας ακόμα και
να στερέψουν πλήρως οι οικονομικοί πόροι
θα ασκήσουμε την εξουσία ώσπου
θα έχετε καταλάβει ότι από δω και πέρα
είμαστε η "ΝΕ.ΠΟ", η "ΝΕΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ".
ΜΕΧΡΙ ΕΔΩ ΟΛΑ ΚΑΛΑ ΚΑΙ ΗΣΥΧΑ, ΚΛΑΣΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ. Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ ΟΜΩΣ ΔΕ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΜΑΤΙΑ. ΑΝ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΚΡΥΦΑ ΚΑΙ ΕΙΛΙΚΡΙΝΗ ΝΟΗΜΑΤΑ ΞΑΝΑΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ, ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ ΑΠΟ ΚΑΤΩ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΑΝΩ ΑΡΧΙΖΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΓΡΑΜΜΗ ΚΑΙ ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΓΡΑΜΜΗ - ΓΡΑΜΜΗ ΩΣ ΤΗΝ ΑΡΧΗ.
P.S. TO KEIMENO EINAI ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ

Sunday, October 01, 2006


Ο ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΤΗΣ ΡΟΚ



Ο James Douglas Morrison γεννήθηκε στη Φλόριντα στις 8 του Δεκέμβρη του 1943. Οι γονείς του Στηβ και Κλάρα άλλαζαν συνεχώς τόπο διαμονής λόγω της δουλειάς του πατέρα του Τζιμ, ήταν αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού των ΗΠΑ.
Κατά τα παιδικά κι εφηβικά του χρόνια ήταν ένα αγόρι που βωμολοχούσε διαρκώς, έφερνε τους άλλους σε δύσκολη θέση και δεν είχε καθόλου καλή σχέση με τους γονείς του αφού η συμπεριφορά του και το μακρύ μαλλί που άφησε στην πορεία, θεωρούνταν ανεπίτρεπτα. Ήταν ένα χαρισματικό παιδί, με μεγάλη ευφυΐα (150 IQ) που είχε πάθος με τη φιλοσοφία και την ποίηση. Τα βιβλία δεν τα διάβαζε, τα καταβρόχθιζε: Ρεμπό, Μπλέηκ, Κέρουακ, Κοκτό, Μολιέρο, Μπαλζάκ και είχε ιδιαίτερη αδυναμία στο Νίτσε. Κάπου τότε άρχισε να γράφει ποίηση.
Το 1964 γράφτηκε στο πανεπιστήμιο UCLA, στο Los Angeles όπου και πήρε μαθήματα κινηματογράφου. Η μεγαλύτερη του αγάπη μετά την ποίηση του ήταν το σινεμά. Χαρακτηριστικά είχε πει: «Ενδιαφέρομαι για τον κινηματογράφο γιατί για μένα αντιπροσωπεύει μια μορφή τέχνης που πλησιάζει όσο καμιά άλλη την φυσική πραγματική ροή της συνείδησης, τόσο στα όνειρα όσο και στην καθημερινή μας αντίληψη του κόσμου».
Στη σχολή γνωρίζει τον Ρέη Μαντζάρεκ που τότε έπαιζε μουσική σε ένα συγκρότημα με το όνομα «Rick and the Ravens» και οι δυο τους αποφασίζουν να φτιάξουν ένα ροκ συγκρότημα. Ο Ρέη του γνωρίζει τον Τζον Ντένσμορ και τον Ρόμπυ Κρήγκερ που τους ήξερε από κάτι μαθήματα διαλογισμού. Ο Τζιμ αποφασίζει να ονομαστεί το γκρουπ τους «The Doors» από το βιβλίο του Άλντους Χάξλεϋ “The Doors of perception”, οι πόρτες της αντίληψης. «Όταν οι πόρτες τις αντίληψης εξαφανιστούν τότε τα πράγματα θα φανούν όπως ακριβώς είναι, απέραντα». Ο Μόρισον ήθελε να είναι «η πόρτα μεταξύ γνωστού και αγνώστου».
Οι Πόρτες άρχισαν να παίζουν σε διάφορα μαγαζιά αποκτώντας σιγά σιγά το κοινό τους. Τον Ιανουάριο του 1967 κυκλοφορεί το πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο THE DOORS που τους κάνει γνωστούς σε όλη την Αμερική. Στις συναυλίες που ακολούθησαν συνωστίζονταν χιλιάδες κόσμου για να απολαύσουν τους μυστηριακούς στίχους του Τζιμ, τις δημιουργικές μουσικές συνθέσεις του Ρέη και τον αριστοτεχνικό τρόπο που χτυπούσε τα πλήκτρα, τη δεξιοτεχνική τρέλα που έβγαινε από την ηλεκτρική κιθάρα του Ρόμπυ και τους εκστατικούς ήχους από τα κρουστά του Τζον.
Η γυναίκα της ζωής του Τζιμ ήταν η Πάμελα Κούρσον. Βέβαια αυτό δεν τον εμπόδιζε να είναι το υπόδειγμα της πολυγαμίας. Το 1970 μάλιστα παντρεύτηκε μια δημοσιογράφο με μια τελετή μαγείας Wicca μιας αρχέγονης θρησκείας που πιστεύεται ότι είναι υπόλειμμα της πανάρχαιας παγκόσμιας θρησκείας. Για αυτήν την κοπέλα αλλά και για μερικές άλλες ήταν ο υπεύθυνος για την εγκυμοσύνη τους. Παρόλα αυτά η Παμ ήταν αυτή που αποκαλούσε συχνά «κοσμική του σύντροφο» και που τις είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος των ποιημάτων του.
Ο Τζιμ κάπνιζε μεγάλες ποσότητες μαριχουάνας, έπαιρνε LSD και έπινε αλκοόλ σε υπερφυσικό βαθμό επί καθημερινής βάσεως. Βρισκόταν κυριολεκτικά σε μια διαρκή μέθη, ακόμα και στις συναυλίες του όπου πάντα προκαλούσε με τη συμπεριφορά του. Το αποκορύφωμα ήταν σε μια συναυλία στο Μαϊάμι όταν είπε στο κοινό να πιάσει ο καθένας το διπλανό του και να γαμηθούνε, έκανε πως έπαιρνε πίπα από την κιθάρα του Ρόμπυ και έκανε μίμηση αυνανισμού όπου και λέγεται, χωρίς ποτέ να αποδείχθηκε, ότι έβγαλε έξω τα γεννητικά του όργανα. Γι αυτή τη συναυλία καταδικάστηκε σε φυλάκιση, με τους Doors όμως να πληρώνουν 50000$ ως εγγύηση για να βγει.
***

Κάπου εδώ πρέπει να διευκρινίσω ότι δεν είμαι τόσο Μορισονικός όσο Ντορσικός. Χωρίς όμως τον Τζιμ και το φιλοσοφικό πνεύμα που αποτυπωνόταν στους στίχους του δε θα αγαπούσα τους Doors. Ο Τζιμ ήταν ένας ποιητής που επιζητούσε την αλλαγή, που ήθελε να είναι μια διαρκώς εξελίξιμη επαναστατική μορφή. Οι στίχοι του είναι γεμάτοι σκληρές και σουρεαλιστικές εικόνες θανάτου, απόγνωσης κι απελευθέρωσης. Είχε μανία με τα άκρα και δοκίμαζε τους άλλους για να δει μέχρι πού ήταν διατεθειμένοι να τον ακολουθήσουν. Επιζητούσε το σπάσιμο των αλυσίδων που κρατούν δέσμιο το μυαλό και δεν το αφήνουν να δει έναν κόσμο χωρίς ελέγχους και συμβατικά σύνορα. Γι’ αυτό προέτρεπε να «ανοίξεις το δρόμο για την άλλη πλευρά». Εκείνος πίστευε ότι η διέξοδος για αυτό ήταν ο θάνατος αλλά δεν ήταν ποτέ σε τροχιά θανάτου αλλά σε αναζήτηση της αιώνιας, απέραντης ευτυχίας. Στο αυτοβιογραφικό του σημείωμα για το άλμπουμ L.A. WOMAΝ έγραφε: «Δεν είμαι τρελός, με ενδιαφέρει η ελευθερία». Έπαιρνε παραισθησιογόνα για να βγει από το σώμα του ή να έρθει σε μια κατάσταση έκστασης σαν άλλος Διονυσιακός οπαδός ή Ινδιάνος Δάσκαλος, σαν γνήσιος Σαμάνος. Ένα άλλο στοιχείο της ποίησης του είναι οι εικόνες των ερπετών και της ερήμου. «Δεν πρέπει να ξεχνάμε», έλεγε, «πως η σαύρα και το φίδι ταυτίζονται με το ασυνείδητο και τις δυνάμεις του κακού. Υπάρχει κάτι βαθιά στην ανθρώπινη μνήμη που αντιδρά δυνατά στα φίδια. Νομίζω ότι τα φίδια αντιπροσωπεύουν όσα φοβόμαστε».

***

Ο Τζιμ είχε κουραστεί και ήταν λυπημένος από τη εικόνα του ροκ σταρ που περνούσε στον κόσμο. Αρχικά του άρεσε αλλά τώρα συνειδητοποιούσε πως ήθελε να αντιμετωπίζεται σαν ποιητής και όχι σαν σύμβολο του sex για τις γκρούπις. Έτσι, καθώς η καριέρα του ήταν στην κορύφωση της δόξας, έχοντας στο ενεργητικό του ιδιαιτέρως πετυχημένα άλμπουμ (THE DOORS, STRANGE DAYS, WAITING FOR THE SUN, THE SOFT PARADE, MORRISON HOTEL, ABSOLUTELY LIVE, 13, L.A. WOMAN), το 1971 μετακομίζει στο Παρίσι μαζί με την Παμ για να φύγει μακριά από τη δημοσιότητα και να αφοσιωθεί στη ποίησή του. Όταν στις 5 Ιουλίου του ’71 μαθεύτηκε πως ο Τζιμ βρέθηκε νεκρός μέσα στη μπανιέρα του από ανακοπή, ο Μπίλι Σίντονς, φίλος του και συνεργάτης των Doors έσπευσε στο Παρίσι. Εκεί παραστάθηκε στην κηδεία του Τζιμ μαζί με άλλα τέσσερα άτομα. Δεν είδε ποτέ το σώμα του φίλου του ούτε και έγινε αυτοψία. Οι στενοί φίλοι του επιμένουν πως μια τέτοια απάτη θα ταίριαζε απόλυτα στην ιδιοσυγκρασία του Τζιμ και πως με την αφοσιωμένη βοήθεια της Πάμελα θα πετύχαινε. Αν υπήρχε κάποιο τέτοιο μυστικό η Παμ θα το πήρε στον τάφο της γιατί μετά από τρία χρόνια πέθανε.
Δεν είμαι από αυτούς που βλέπουν παντού κρυμμένα μυστικά και ούτε πιστεύω ότι ο Μόρισον ήταν ζωντανός και είχε εξαφανιστεί την ημέρα που κηδεύτηκε. Απλώς δεν είναι και πλήρως απίθανο αν αναλογιστεί κανείς ότι όσο ήταν στην Αμερική είχε διάφορες ιδέες που τις εξομολογιόταν στους φίλους του περί της σκηνοθεσίας του θανάτου του και περί ταξιδιού του στην Αφρική από όπου θα επικοινωνούσε με το μαζί τους με το κωδικό όνομα «Mr. Mojo Risin» (αναγραμματισμός του «Jim Morrison»). Επίσης σχεδόν μετά από κάθε Σαββατοκύριακο ψιθυρίζονταν φήμες περί θανάτου του Μόρισον από πέσιμο από μπαλκόνι, ή ατύχημα, ή υπερβολική δόση. Λίγη σημασία έχουν αυτά όμως. Είτε έχει γίνει πλέον σκόνη, είτε είναι σήμερα, στα 63 του χρόνια, σε μια τροπική χώρα κάπου στη Αφρική γράφοντας ποίηση, έχει πλέον περάσει στην ιστορία.

***
Για τα εκατομμύρια των θαυμαστών και θαυμαστριών του ο Τζιμ ήταν ο αναμενόμενος επαναστάτης, ο σεξουαλικός σύντροφος των φαντασιώσεών τους. Για τους μεσοαστούς ένας δημόσιος κίνδυνος, αλαζόνας και πρόστυχος. Για τους φίλους του ο σοφός, αγνός, ο ευγενικός και άλλες φορές ο τραχύς και πρωτόγονος. Για μένα ο Μόρισον είναι ο αγαπημένος μου τραγουδιστής, με την πιο ξεχωριστά τέλεια βραχνή χροιά φωνής που έχω ακούσει, είναι ένας ποιητής – απελευθερωτής που πίστευε σε έναν κόσμο χωρίς όρια όπου ο οποιοσδήποτε μπορεί να κάνει το οτιδήποτε, είναι ο Τζιμ που σε ένα από τα τραγούδια του από τη σειρά ποιημάτων The Celebration of the Lizard απάγγειλε: I AM THE LIZARD KING, I CAN DO ANYTHING!
Αφιερωμένο στην Ίριδα που μαζί της έχω κάνει τις ομορφότερες συζητήσεις για τις Πόρτες και τον Βασιλιά - Σαύρα και που με προμήθευσε με τη βιογραφία του Τζιμ που στάθηκε πολύτιμη για τη δημοσίευση αυτού του ποστ.