BREAK ON THROUGH TO THE OTHER SIDE

Monday, October 16, 2006

UNCONSCIOUSNESS
Η Δανάη άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά με βήμα αργό και σταθερό, σαν να εκτελούσε τις αυστηρά καθορισμένες κινήσεις κάποιου παράξενου τελετουργικού. Φορούσε ένα στενό μαύρο φόρεμα που την έκανε να μοιάζει αέρινη. Φορούσε γυαλιά ηλίου για να καλύπτει τα πρησμένα της μάτια ενώ δάκρυα κυλούσαν αδιάκοπα στα μάγουλά της. Δίπλα της ήταν ο Γρηγόρης που με αξιοζήλευτη ψυχραιμία την κρατούσε από το μπράτσο. Κάθε λίγο και λιγάκι της ψιθύριζε διάφορα για να την παρηγορήσει, χωρίς κανένα αποτέλεσμα όμως. Είχαν πλησιάσει στην είσοδο. Τα τηλεοπτικά συνεργεία είχαν καταφθάσει αρκετή ώρα πριν…


***


«Πώς σου φαίνονται οι στίχοι;», ρώτησε με μια ανεπιτυχώς κρυμμένη νότα αγωνίας στη βραχνή φωνή του ο Αλέξανδρος.
«Μ’ αυτά που γράφεις φιλαράκι νομίζω ότι πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε το όνομα του συγκροτήματος!», είπε με ενθουσιασμό ο Γιάννης.
Ο Γιάννης από μικρό παιδί είχε δύο κολλήματα: το ροκ και τον «ήχο ιερής έκστασης» όπως συνήθιζε να αποκαλεί τον ήχο που παρήγαγαν τα κρουστά. Έτσι έμαθε ντραμς με το όνειρο να γίνει μια μέρα ο ντράμερ ενός ροκ γκρουπ. Μέχρι στιγμής ήταν ένας εικοσάρης που παρέδιδε πίτσες με το μηχανάκι του.
Το κουδούνι χτύπησε και ο Αλέξανδρος πήγε να ανοίξει Μέσα μπήκαν ο παιδικός και κολλητός φίλος του, ο Γρηγόρης και το τέταρτο μέλος της παρέας, ο Ιάσονας.
«Πού το έκρυβε τόσο ταλέντο το κωλόπαιδο ρε σεις;», είπε στους άλλους δύο ο Γιάννης, φανερά ενθουσιασμένος, κρατώντας ακόμα στα χέρια του τα γραπτά του Αλέξανδρου.
«Εμείς σου το λέγαμε αλλά μας έλεγες υπερβολικούς», δήλωσε με ένα διάπλατο χαμόγελο ο Ιάσονας.
Το βράδυ πέρασε με ελπιδοφόρα σχέδια για το μέλλον τους, με φωνές και γέλια. Στο μεταξύ, στην παρέα τους είχε προστεθεί κι η Δανάη, μια κοπέλα που είχε γνωρίσει πριν πέντε μέρες ο Αλέξανδρος σε ένα πάρτι. Καθώς διηγιόταν στους φίλους του πώς βρέθηκαν μαζί ξαφνικά σταμάτησε και άρχισε να κοιτάζει στο κενό. Σκέφτηκε τη στιγμή που φευγαλέα αντίκρισε τα μάτια της Δανάης για πρώτη φορά, στο χρώμα του ζαφειριού και τα μαλλιά της στο χρώμα της φωτιάς. Αναλογίστηκε την έλλειψη συναίσθησης των όσων συνέβαιναν στο περιβάλλον εκείνη την ώρα, μια έλλειψη συναίσθησης που πλησίαζε στη λιποθυμία, και αναφώνησε: «Το όνομα του συγκροτήματος θα είναι Unconsciousness».

Οι Unconsciousness δεν ήταν προσγειωμένοι. Ήταν ένα κουαρτέτο εικοσάρηδων που ήθελαν να κατακτήσουν τον κόσμο με τη μουσική τους, να κάνουν την Ελλάδα χώρα του ροκ. Και τα κατάφεραν, έτσι απλά.
Το 2001 κυκλοφόρησε το πρώτο τους CD με τίτλο «Μια απαλή παρέλαση» και έγινε χρυσό ενώ το 2002 το άλμπουμ τους «Παράξενες ημέρες» έγινε διπλά πλατινένιο. Η νέα γενιά δεν ήταν πλέον η «νεολαία του σκυλάδικου» όπως είθισται στην Ελλάδα, αλλά η «νεολαία του ροκ».
Ο Αλέξανδρος ήταν εκτός από εξαιρετικός τραγουδιστής με έντονη ροκ, βραχνή χροιά, και ο άνθρωπος που οι στίχοι του μάγευαν το κοινό. Το χέρι του έγραφε αυτά που υπαγόρευε η φαντασία. Έπλαθε εικόνες που σε μετέφεραν σε έννοιες και σε βάθη ανεξερεύνητα της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Ο Γιάννης έπαιζε ντραμς, ο Ιάσονας πλήκτρα και ο Γρηγόρης έγραφε την εκστατική μουσική του γκρουπ που της έδινε μια αριστοτεχνική τρέλα μέσα από τους ήχους της ηλεκτρικής κιθάρας του.
Ο Αλέξανδρος ήταν το απόλυτο sex symbol και οι Unconsciousness ήταν στην κορυφή.


***


Η εκκλησία ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Μπροστά στο γεμάτο με φωτογραφίες και λουλούδια φέρετρο ήταν η Δανάη που έκλαιγε με αναφιλητά. Το ίδιο και ο Ιάσονας, το ίδιο και ο Γιάννης. Μόνο ο Γρηγόρης με μάτια καθαρά κι ασάλευτα επιχειρούσε να καταπραΰνει τον πόνο στις καρδιές των φίλων του.
Στην ταφή το κλάμα μετατράπηκε σε κραυγές. Εκεί κάποιοι αποχαιρέτησαν τον καλύτερο τους φίλο, κάποιοι το μουσικό τους ίνδαλμα, κάποια τον έρωτα της ζωής της και κάποιος άλλος δεν είπε τίποτα και ανέκφραστα πέταξε ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο στο λάκκο του κολλητού του…


***


Πριν τρεις μήνες είχε μπει το 2007. Η Δανάη κι ο Αλέξανδρος συζούσαν σε μια μονοκατοικία κάπου στην Καστέλα. Η πορεία του συγκροτήματος ήταν λαμπρή. Πέντε ακόμα δισκογραφικές δουλειές είχαν βγει στην κυκλοφορία και έκαναν θραύση. Οι συναυλίες τους γέμιζαν χώρους που έφταναν τα 800000 άτομα. Κάπου εκεί άρχισε να απλώνει απειλητικά τα πλοκάμια της πάνω στον Αλέξανδρο η κατάθλιψη. Είχε αρχίσει να πίνει περισσότερο από το συνηθισμένο και να δοκιμάζει διάφορα κοκτέιλ παραισθησιογόνων. Έτσι προσπαθούσε να βρει διέξοδο αλλά και στιχουργική έμπνευση που ένιωθε να τον εγκαταλείπει. Μόνο στο Γρηγόρη έλεγε για τους βαθύτερους προβληματισμούς του και τις υπαρξιακές ανησυχίες του. Μια φορά μόνο λύθηκε και άρχισε να ξετυλίγει το νήμα των εσώψυχών του παρουσία όλων των Unconsciousness και της Δανάης.
«Τα σιχάθηκα όλα», έλεγε. «Ωραία η δόξα, ωραίο το χρήμα και η αναγνώριση αλλά ως εδώ. Τα νιώθω στο πετσί μου να με κυριεύουν και να με κάνουν ένα ανώριμο υποχείριό τους. Πώς αλλάζουμε τη φιλοσοφία των ανθρώπων όταν πέφτουμε στις ελκυστικές παγίδες του υλισμού; Εγώ, τι μήνυμα περνάω; Αισθάνομαι σαν να λέω στα έφηβα κοριτσάκια να με θαυμάζουν γιατί φαντασιώνονται το πουλί μου και όχι γιατί είμαι καλός τραγουδιστής και περνάω αυτό που θέλω να περάσω μέσα από τους στίχους μου. Κάνω κακό σε όλους χωρίς να το καταλαβαίνουν και πιο πολύ από όλους σε μένα. Θα λυτρωθώ όμως από αυτό το μαρτύριο και σύντομα μάλιστα».
Μια βδομάδα αργότερα ο Αλέξανδρος έβγαινε φουριόζος από το σπίτι του Γρηγόρη. Είχαν μια πολύ έντονη κουβέντα γεμάτη με διαφωνίες και βρισιές. Τελικά ο Γρηγόρης υποχώρησε καταλαβαίνοντας ότι δε θα μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στην απόφαση του αδελφικού του φίλου και υποσχέθηκε να μη μιλήσει ποτέ και σε κανέναν για αυτή τη συζήτηση.
Το επόμενο μεσημέρι και ενώ ο Αλέξανδρος είχε εξαφανιστεί, βρέθηκε το αυτοκίνητό του στη θάλασσα, στο τέλος ενός απότομου γκρεμού. Το πτώμα που είχε παρασυρθεί από τα μανιασμένα κύματα όπως είπαν οι αρχές, δε βρέθηκε. Στο ύψωμα, πάνω από το γκρεμό ανακαλύφθηκε ένα χειρόγραφο σημείωμά του κάτω από μια βαριά πέτρα.
«Ξέρω το λάθος, το γνώριζα», έγραφε, «και δεν έκανα τίποτα, αυτός είναι ο Πόνος. Όλα μια φυλακή που δημιουργούμε και είτε μένουμε σε αυτή, είτε όχι, πονάμε. Είναι το αδιέξοδο που μας κάνει να πονάμε. Είναι οι ελεύθερες επιλογές που μας οδηγούν στα αδιέξοδα, είναι η ελευθερία βούλησης που μας κάνει και πονάμε. Ποτέ δεν αλλάζω. Όλα ψεύτικα. Ποτέ για τίποτα δεν υπάρχει θεραπεία, ποτέ δεν υπάρχει μετάνοια και πραγματικές αλλαγές. Μένει η υποκρισία, αυτή οδηγεί στον Πόνο, τον παραλογισμό, το Τέλος. Γι ’αυτό σας αφήνω, καλή τύχη»


***


Μια ώρα μετά τον καφέ, ο Γρηγόρης έφτασε στο σπίτι του. Έπλυνε τα χέρια του και κάθισε στον καναπέ. Άναψε ένα τσιγάρο και έβαλε να ακούσει ένα από τα CD των Unconsciousness. Το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει. Έπιασε το ακουστικό και απάντησε. Η βραχνή φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής, κάπου στο Περού μίλησε.
«Λοιπόν φιλαράκι, πώς ήταν η κηδεία μου;».

109 Comments:

Post a Comment

Links to this post:

Create a Link

<< Home